Σχολή γονέων

Σχολή γονέων: ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΓΟΝΕΩΝ – The Whole Brain Child Series βασισμένη στις αρχές του θεραπευτικού μοντέλου IPNB και της Συναισθηματικής Αγωγής

Μια αποτελεσματική μέθοδος εκπαίδευσης γονέων μέσα απο το φακό της ενσυνειδητότητας και της διαπροσωπικής νευροβιολογίας . Η ενσυνειδητότητα αποτελεί θεμέλιο της συναισθηματικής νοημοσύνης και η διαπροσωπική νευροβιολογία, τον διεπιστημονικό χώρο που συνθέτει πληροφορίες σχετικά με την ψυχοκοινωνική ανάπτυξη του ατόμου και την αλληλεπίδραση εγκεφάλου-νού και σχέσεων, με στόχο την εφαρμογή αυτής της γνώσης στην ανατροφή παιδιών και στην ψυχοκοινωνική ανάπτυξη του ατόμου.

Ο εγκέφαλος αποτελεί τη λειτουργική δομή και διαπλάθεται μέσα απο τις εμπειρίες του ατόμου δια των νευρωνικών του συνδέσεων. Σήμερα γνωρίζουμε, ότι ο εγκέφαλος δεν είναι απλά μια μηχανή επεξεργασίας δεδομένων , αλλά ένα περίπλοκο σύστημα ροής πληροφόρησης και γνώσης μέσω νευροχημικών διεργασιών που εκτελούν τα διάφορα κέντρα του εγκεφάλου. Οι νευρώνες επικοινωνούν και αναπτύσσουν νευρωνικά κυκλώματα δημιουργώντας αισθητηριακές και νοητικές αναπαραστάσεις των εμπειριών μας.

Οι επιστημονικές μελέτες στο χώρο της Διαπροσωπικής Νευροβιολογίας αποδεικνύουν ότι οι εμπειρίες του ατόμου αποτυπώνονται στον εγκέφαλο ως νοητικές αναπαραστάσεις που διαμορφώνουν, οργανώνουν και ρυθμίζουν τις ανώτερες λειτουργίες του εγκεφάλου . Σύμφωνα με τη θεωρία της Διαπροσωπικής Νευροβιολογίας(Siegel, 2007) ο ανθρώπινος νους αναπτύσσεται μέσα απ΄την αλληλεπίδραση των νευροφυσιολογικών διεργασιών και των διαπροσωπικών σχέσεων. Η σχέση και ο διάλογος με τον άλλον αλλάζει τις νευρωνικές οδούς και ενισχύει τις συνάψεις ιδιαίτερα όταν αυτή η επικοινωνία συμβαίνει μέσα σ’ ένα πλαίσιο συναισθηματικής εγρήγορσης, συντονισμού, ασφάλειας και ισχυρών συναισθηματικών δεσμών.

Οι διαπροσωπικές σχέσεις που αναπτύσσουμε κατα την διάρκεια της ζωής μας διαμορφώνουν και εξελίσσουν αυτό το σύστημα, διευκολύνοντας το έμφυτο δυναμικό μας προς την ολοκλήρωση. Σήμερα γνωρίζουμε οτι το περιβάλλον και οι εμπειρίες του ανθρώπου επιδρούν στην ψυχοκοινωνική ανάπτυξη του ατόμου και στις νοητικές λειτουργίες του εγκεφάλου, και δεδομένου της γνώσης περί νευροπλαστικότητας, μπορούμε να παρέμβουμε δυναμικά σε όλα τα στάδια της ανάπτυξης.

Η οικογένεια αποτελεί το πρώτο σχολείο συναισθηματικής και κοινωνικής αγωγής που εκτίθεται το παιδί. Μελέτες στο χώρο της συναισθηματικής αγωγής, δείχνουν πως η γονεική συμπεριφορά έχει βαθιά και διαρκή επίδραση στην ψυχοκοινωνική ζωή του παιδιού και αυτές οι επιδράσεις ξεκινούν απο την κούνια ( Goleman 1999).

Σκεφτόμενοι τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι γονείς και η οικογένεια σήμερα, δημιουργήσαμε μια Σχολή Γονέων με στόχο την εκπαίδευση της οικογένειας, βασισμένη στις αρχές της συναισθηματικής αγωγής και της διαπροσωπικής νευροβιολογίας. Ενα ολοκληρωμένο και επιστημονικά τεκμηριωμένο μοντέλο ανατροφής για την αντιμετώπιση, διαχείριση και πρόληψη προβλημάτων. Σκοπός της Ομάδας είναι η εκπαίδευση και θεμελίωση συναισθηματικών και κοινωνικών δεξιοτήτων μέσα στην οικογένεια, για την υγιή ψυχοκοινωνική και νοητική ανάπτυξη και εξέλιξη του παιδιού, των γονιών και της οικογένειας .

Οφέλη και Στόχοι της Ομάδας Γονέων

– Αναγνώριση Συναισθημάτων – Καλύτερη Διαχείριση Αρνητικών Συναισθημάτων

– Αυξημένη Εστίαση – Κατανόηση – Υπευθυνότητα

– Αυξημένη Ανθεκτικότητα στην αντιμετώπιση δυσκολιών

– Αυξημένος Αυτοέλεγχος και μειωμένη παρόρμηση

– Καλύτερη οριοθέτηση αρνητικών συμπεριφορών

– Αυξημένη ικανότητα επίλυσης συγκρούσεων και διαφορών

– Λιγότερη μοναξιά και άγχος

– Μειωμένη επιθετική συμπεριφορά ή αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές

– Μεγαλύτερη ενσυναίσθηση και συνεκτικότητα

– Αυξημένη και θετική συναισθηματική έκφραση

Η ομάδα είναι ανοιχτού τύπου και κάθε εκπαιδευτικός κύκλος έχει διάρκεια 10 εβδομάδων. Ο πρώτος κύκλος ξεκινάει Οκτώβριο 2014 και ολοκληρώνεται Δεκέμβριο 2014. Οι συναντήσεις είναι δίωρες -εβδομαδιαίες. Για περισότερες πληροφορίες επικοινωνήστε με την κα. Ρομποτή στο 210 8952008 και 6972091907. Ο αριθμός συμμετοχόντων είναι περιορισμένος!

Θυμός: εχθρός ή φίλος;

Η λέξη θυμός είναι αυτή που χρησιμοποιούμε για να εκφράσουμε σκέψεις, φυσιολογία και συμπεριφορές που συνδέονται με μια συγκινησιακή κατάσταση που βιώνουμε.

Ο θυμός είναι «μια συναισθηματική κατάσταση που ποικίλλει σε ένταση από τον ήπιο ερεθισμό μέχρι την έντονη οργή», σύμφωνα με τον Charles Spielberger, PHD, έναν ψυχολόγο που ειδικεύεται στη μελέτη του θυμού. 

Όπως και τα άλλα συναισθήματα, συνοδεύεται και αυτό από φυσικές και βιολογικές αλλαγές.  Όταν θυμώνουμε, ο καρδιακός μας ρυθμός και η αρτηριακή πίεση αυξάνονται, το ίδιο και τα επίπεδα των ορμονών μας, η αδρεναλίνη και η νοραδρεναλίνη.

Ο θυμός μπορεί να προκληθεί και από εξωτερικές και από εσωτερικές καταστάσεις. Θα μπορούσε να είναι θυμωμένος κάποιος με ένα συγκεκριμένο πρόσωπο (όπως έναν συνάδελφό του ή έναν επιβλέποντα) ή από ένα γεγονός (ένα μποτιλιάρισμα, μια πτήση που ακυρώνεται). Θυμός, όμως, μπορεί να προκληθεί από ανησυχία ή από σκέψεις για προσωπικά προβλήματα. Επίσης, αναμνήσεις από τραυματικά γεγονότα μπορούν να προκαλέσουν συναισθήματα θυμού.

Ο θυμός είναι βασικό συναίσθημα, μια συγκινησιακή κατάσταση που βιώνει ο άνθρωπος, όταν εσωτερικές ή εξωτερικές συνθήκες δεν του επιτρέπουν να εκτελέσει ή να ικανοποιήσει κάποια ανάγκη ή επιθυμία του.  Είναι απόλυτα φυσιολογική αντίδραση, όταν βιώνουμε καταστάσεις στις οποίες νιώθουμε υποτιμημένοι, ντροπιασμένοι, πληγωμένοι, αδικημένοι. Σε αυτές τις περιπτώσεις, ο θυμός μπορεί να είναι λειτουργικός, καθώς μας βοηθάει να αμυνθούμε, να προστατεύσουμε τον εαυτό μας ή και να συνειδητοποιήσουμε την ανάγκη για αλλαγή. Σε αρκετές περιπτώσεις ο θυμός μπορεί να έχει προστατευτικό χαρακτήρα. Έτσι, όταν οι συνθήκες προκαλούν λύπη, απογοήτευση ή πόνο, ο θυμός μπορεί να αποφορτίσει μια έντονη συναισθηματική κατάσταση. Όταν, όμως, λειτουργεί σαν μόνιμο μοτίβο μέσα από το οποίο αντιλαμβανόμαστε, κατανοούμε και λειτουργούμε στη ζωή μας και στις  σχέσεις μας, τότε έχει αρνητικές επιπτώσεις.

Θυμό όλοι βιώνουμε, αλλά είναι ιδιαίτερος για τον καθένα μας ο τρόπος που τον βιώνουμε, καθώς συνδέεται με γνωσιακά στοιχεία και γνωσιακές παραποιήσεις, με λεκτικά στοιχεία, συμπεριφορές και σωματικά ερεθίσματα.

Ο θυμός έχει βαθμίδες έντασης, διάρκεια, συχνότητα, λανθασμένες αντιλήψεις και γνωσιακές διαστρεβλώσεις, καθώς και σωματικές αλλαγές.

  1. Βαθμίδα έντασης: Κάποια επεισόδια μπορεί να είναι ήπια και άλλα δυνατά.
  2. Διάρκεια:  Άλλα επεισόδια μπορεί να έχουν σύντομης διάρκειας ένταση και άλλα να χτίζονται σταδιακά.
  3. Συχνότητα: Μερικοί άνθρωποι μπορεί να έχουν την τάση να θυμώνουν εύκολα, γρήγορα και με πολλές καταστάσεις.
  4. Σωματικές αλλαγές: Αλλαγές στη φυσιολογία, όπως εφίδρωση, τρέμουλο, μυϊκό σφίξιμο, σφίξιμο στο σαγόνι και πονοκέφαλος.
  5. Γνωσιακά λάθη (Διαστρεβλώσεις): Ο θυμός συνδέεται με λάθη στην αντίληψη ή γνωσιακά λάθη στη σκέψη.

Ο θυμός έχει ένταση, διάρκεια και διαφοροποιείται ανάλογα με τις καταστάσεις που αντιμετωπίζουμε, οπότε και μπορεί να εκδηλώνεται ως απλή ενόχληση μέχρι οργή και αγανάκτηση.

Για να κατανοήσουμε τον θυμό, θα πρέπει να θυμηθούμε ότι όλα τα ερεθίσματα που δέχεται το άτομο τείνουν να εκτιμηθούν και να αξιολογηθούν. Ο θυμός, όπως και άλλα βασικά συναισθήματα, αποτελεί τον μοχλό της κοινωνικής συναλλαγής μας με το περιβάλλον και τους άλλους. Θα πρέπει να επισημάνουμε τη διαφορά μεταξύ θυμού και εκδήλωσης θυμού, όπως είναι η εχθρότητα, καθώς στην πρώτη περίπτωση έχουμε να κάνουμε με συγκινησιακή κατάσταση, ενώ στη δεύτερη έχουμε σύνδεση και με συμπεριφορές που εκδηλώνονται όταν βιώνουμε θυμό. Όπως όλα τα συναισθήματα, η έκφραση του θυμού συνδέεται με το πολιτισμικό – κοινωνικό πλαίσιο του ατόμου. Για παράδειγμα, η έκφραση θυμού σε κάποιες κοινωνίες δεν είναι αποδεκτή ή δεν είναι κοινωνικά αποδεκτό συγκεκριμένα οι γυναίκες να εκφράζουν τον θυμό τους.

Στην  οικογένεια

Οι βασικές ανάγκες των ανθρώπων έχουν ως εξής:

  1. Ανάγκη για ασφάλεια (ασφάλεια, φροντίδα, αποδοχή και σταθερότητα)
  2. Αυτονομία, ικανότητα και αίσθηση του εαυτού
  3. Ελευθερία έκφρασης αναγκών και συναισθημάτων
  4. Αυθορμητισμός και παιχνίδι
  5. Ρεαλιστικά όρια και αυτοέλεγχος

Όταν οι βασικές ανάγκες του ατόμου δεν εκπληρώνονται ή παρεμποδίζονται επαναλαμβανόμενα, αναπόφευκτα αναζητούν την ικανοποίησή τους μέσα από ποικίλες άλλες διεξόδους, καθώς ο  οργανισμός προσπαθεί να υιοθετήσει τρόπους που θα βοηθήσουν την εκπλήρωσή τους. Αυτοέκφραση είναι η ελευθερία να εκφράζουμε τον εαυτό μας, τις ανάγκες μας, τα συναισθήματά μας, τις επιθυμίες μας. Αν το περιβάλλον μας επαναλαμβανόμενα αποθαρρύνει την αυτοέκφρασή μας και λειτουργεί τιμωρητικά κάθε φορά που εκδηλώνουμε τις ανάγκες μας, τις προτιμήσεις μας ή τα συναισθήματά μας, προκαλώντας μας τύψεις και ενοχές, αν οι συνθήκες στο οικογενειακό περιβάλλον προϋποθέτουν η αποδοχή μας να γίνεται με αυστηρούς όρους ή θέτει υψηλά κριτήρια στις ικανότητές μας, έχει μεγάλες προσδοκίες για την εκτέλεση των καθηκόντων ή λειτουργεί τιμωρητικά στο πρόσωπό μας, τότε είναι πολύ πιθανό να νιώθουμε θυμωμένοι.

Κάτω απο συγκεκριμένες συνθήκες, οι άνθρωποι, όταν θυμώνουν, είναι  δυνατόν να εκφράζουν τον θυμό τους υιοθετώντας επιθετικές συμπεριφορές προς τους άλλους,  να τον στρέφουν προς τον εαυτό τους ή να τον συγκρατούν, με αποτέλεσμα αυτός να συσσωρεύεται. Όταν ο θυμός δεν εκφράζεται, αλλά συσσωρεύεται, μπορεί να εξελιχθεί σε χρόνια κατάσταση που υποβόσκει και εκρήγνυται απροσδόκητα και ανεξέλεγκτα μερικές φορές. Η λανθασμένη έκφραση του θυμού μέσω επιθετικής ή βίαιης συμπεριφοράς και ο συγκρατημένος θυμός μπορεί να έχουν ψυχικές, σωματικές και κοινωνικές επιπτώσεις.

Μοντέλο θυμού

Για καλύτερη αντιμετώπιση του θυμού μας, χρειάζεται να τον κατανοήσουμε, να αναγνωρίσουμε τις παραμέτρους του και τον τρόπο που λειτουργεί.

1. ΑΦΟΡΜΕΣ/ ΓΕΓΟΝΟΤΑ/ ΕΡΕΘΙΣΜΑΤΑ
Εσωτερικές ή εξωτερικές συνθήκες και γεγονότα μπορεί να αποτελέσουν αφορμή για να θυμώσουμε. Αρνητικές συμπεριφορές των άλλων, δυσκολίες, αναμνήσεις, απογοητευτικά νέα,  ακόμη και ανεπιθύμητες εικόνες μπορεί να λειτουργήσουν ως αφορμές για να θυμώσουμε. Επίσης, οι λεκτικές συμπεριφορές των άλλων ή η σωματική τους εικόνα ενδέχεται να προκαλέσουν τον θυμό μας.

2. ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ (Γνωσιακά λάθη)
Ερμηνεία και αξιολόγηση των συμβάντων μπορεί να προκαλούν θυμό. Το μυαλό μας αντιλαμβάνεται, ερμηνεύει και νοηματοδοτεί τις εμπειρίες μας βασιζόμενο σε ένα σύστημα πεποιθήσεων (τα πιστεύω μας) που διαμορφώνεται μέσα από τις εμπειρίες ζωής. Στη συνέχεια, οι πεποιθήσεις μας  επηρεάζουν και διαμορφώνουν τα συναισθήματα και τη συμπεριφορά μας. Ως αποτέλεσμα του τρόπου σκέψης μας, μπορεί όταν είμαστε αναστατωμένοι να μεγενθύνουμε τις δυσκολίες που προκαλούν οι αρνητικές εμπειρίες, να επικεντρωνόμαστε μόνο στα αρνητικά στοιχεία των γεγονότων, δίχως να βλέπουμε τα θετικά στοιχεία, ακόμη και όταν υπάρχουν, και να υποθέτουμε το χειρότερο σενάριο, η εξέλιξη του οποίου μπορεί να επιφέρει ένα αρνητικό γεγονός. Ως αποτέλεσμα αυτών των πεποιθήσεων, ενδεχομένως να βιώνουμε αδικία και απογοήτευση, αξιολογώντας  αρνητικά τον εαυτό μας και τους άλλους, και να επεξεργαζόμαστε τα γεγονότα με τόση υπερβολή, ώστε να παύουν πλέον να είναι διαχειρήσιμα.

  • Κοινά γνωσιακά λάθη σκέψης
  • Απογοήτευση – Η ζωή δεν οδηγεί πουθενά
  • Ανάξιος – Δεν είμαι σημαντικός
  • Αποδυναμωμένος– Κανείς δεν νοιάζεται για μένα
  • Έλλειψη νοήματος –  Δεν έχει νόημα αυτό που κάνω ή είμαι
  • Απόλυτος / Άσπρα-μαύρα (έτσι ή αλλιώς)

3. ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΗ ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΤΟΥ ΘΥΜΟΥ
Ο καθένας μας βιώνει τον θυμό του με έναν μοναδικό τρόπο. Σε αυτή την παράμετρο αποκτούμε  εσωτερική επίγνωση του θυμού, η οποία μπορεί να εκδηλώνεται με θυμωμένες σκέψεις, όπως «Είναι κακιά», «Τη μισώ», «Βράζω» κ.λπ., εκδικητικές σκέψεις, όπως «Θα του δείξω εγώ», «Θα τον σκοτώσω» κ.λπ., και σωματικές επιπτώσεις, όπως ταχυπαλμία, μυϊκή ένταση, σφίξιμο στο σαγόνι, τρέμουλο.

4. ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΤΟΥ ΘΥΜΟΥ 
Σε αυτή την παράμετρο, αν ο τρόπος που βιώνεται ο θυμός είναι ατομικός, τότε αποκτά εκφραστικά στοιχεία όπως λεκτικές και σωματικές πράξεις, που ισχύουν όμως για όλους (π.χ. ύβρεις, σπάσιμο πραγμάτων, κοπάνημα πραγμάτων, ακόμη και σωματική βία, χλευασμός, κουτσομπολιό, ειρωνεία και σαρκασμός).   Πράξεις αυτοθυσίας, αναβλητικότητα, αποφυγή ανάληψης μιας δραστηριότητας ή ολοκλήρωσής της είναι πιθανόν να εκφράζουν συγκρατημένο θυμό. Ορισμένοι άνθρωποι μπορεί να συγκρατούν τον θυμό τους, να μην τον εξωτερικεύουν, αλλά να τον αναγνωρίζουν, και ορισμένοι μπορεί να τον εκδηλώνουν έμμεσα, όπως με το να καθυστερούν ή να σαμποτάρουν τις ενέργειες των άλλων.

5. ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ
Σαν αποτέλεσμα ο θυμός, είτε τον  εκδηλώνουμε είτε τον συγκρατούμε, δεν παύει να επιφέρει ανεπιθύμητα αποτελέσματα. Αν αποφασίσουμε να τον συγκρατήσουμε, αυτό που συχνά θα βιώσουμε είναι διαρκής ένταση ή άγχος. Αν, πάλι, τον εκδηλώσουμε με επιθετικότητα μπορεί  να επιφέρει ρίξεις στις διαπροσωπικές μας σχέσεις, να οδηγήσει σε λανθασμένες αποφάσεις, σε ανακύκλωση σκέψεων και παρεμπόδιση της επικοινωνίας μας με τους άλλους.

Ο θυμός μπορεί να έχει και επιπτώσεις στη σωματική και ψυχική μας υγεία. Αν βιώνουμε συχνά και τακτικά θυμό, θέτουμε τον εαυτό μας σε συνεχή ένταση. Ανεξάρτητα με το αν τον εκφράζουμε ή τον συγκρατούμε, αυτός εκδηλώνεται με οργανικά συμπτώματα και συναισθηματικές καταστάσεις. Έρευνες δείχνουν ότι ο θυμός συνδέεται με την εμφάνιση ασθενειών όπως αύξηση της χοληστερίνης, ταχυκαρδία, χρόνιοι πόνοι, καρδιακά προβλήματα, εγκεφαλικά, ακόμη και  εμφάνιση καρκίνου.

Πώς μπορώ να αλλάξω;

Ένα πρώτο βήμα, για να διαχειριστούμε εποικοδομητικά τον θυμό μας, είναι να τον αναγνωρίσουμε.

Σε πρώτο στάδιο να αναγνωρίσουμε ποιος με θυμώνει; Τι  με  θυμώνει; Πότε θυμώνω; Πόσο συχνά  θυμώνω; Πώς θυμώνω; Με λίγα λόγια, να αναγνωρίσουμε τις αφορμές και τα γεγονότα που μας προκαλούν θυμό, να αναγνωρίσουμε τις συναισθηματικές καταστάσεις που πιθανότατα βιώνουμε μαζί με τον θυμό (π.χ. άρνηση, λύπη, απομόνωση), τον τρόπο που σκεφτόμαστε και τις σκέψεις που κάνουμε όταν  θυμώνουμε,  καθώς και τα σωματικά συμπτώματα που συνοδεύουν τον θυμό μας.

Το Κέντρο ΠΝΟΗ με την πολύχρονη πείρα στην συναισθηματική αγωγή και προσωπική ανάπτυξη εφαρμόζει την πρωτοποριακή μέθοδο της ενσυνειδητότητας και της διαπροσωπικής νευροβιολογίας για την αντιμέτωπιση και διαχείριση θυμού (anger management).

Αυτοεκτίμηση

Η αυτοεκτίμηση αποτελεί  θεμελιώδες χαρακτηριστικό της προσωπικότητάς μας, αλλά παρ’ όλα αυτά παραμένει κάτι άπιαστο, πολυσύνθετο και ελάχιστα συνειδητοποιημένο.

Αυτοεκτίμηση είναι ο όρος που χρησιμοποιούμε για να εκφράσουμε τη συνολική εκτίμηση ή αποτίμηση που έχει ένα άτομο για την προσωπική του αξία. Η αυτοεκτίμηση περιλαμβάνει πεποιθήσεις και συναισθήματα που έχουμε για τον εαυτό μας, απηχεί τον τρόπο που εμείς οι ίδιοι βλέπουμε τον εαυτό μας.

Πεποιθήσεις όπως «Είμαι άξιος αγάπης», «Αξίζω καλά πράγματα στη ζωή», «Είμαι σημαντικός», «Είμαι ικανός», Είμαι άξιος σεβασμού» κ.λπ. είναι αξίες που προσδιορίζουν την εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας και έχουν προκύψει μέσα από μια διαδικασία αξιολόγησης. Αυτοεκτίμηση είναι ένα πολυσύνθετο, θεμελιακό χαρακτηριστικό της προσωπικότητας το οποίο αντικατοπτρίζει τη συνολική ιδέα που έχει ένα άτομο για την προσωπική του αξία. Η αυτοεκτίμηση συμπεριλαμβάνει πεποιθήσεις, αξίες, σκέψεις και συναισθήματα που εμείς έχουμε για τον εαυτό μας. Απεικονίζει τον τρόπο που εμείς οι ίδιοι βλέπουμε τον εαυτό μας μέσα στον κόσμο. Οι βασικές αρχές της αυτοεκτίμησης σχετίζονται με την αγάπη, την εμπιστοσύνη και τη θετική εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας.

Η υψηλή αυτοεκτίμηση προϋποθέτει να αναγνωρίζουμε την αξία του εαυτού, να τον αγαπάμε, να τον αποδεχόμαστε και να τον εμπιστευόμαστε, ανεξάρτητα από τα ελαττώματα και τους περιορισμούς του, πέρα από τις αποτυχίες του, τις επιδόσεις του ή τα κατορθώματά του.

Η εικόνα του εαυτού, η εμπιστοσύνη και η αγάπη προς τον εαυτό μας είναι στοιχεία που  διαμορφώνονται από νωρίς μέσα στην οικογένεια. Από πολύ νωρίς, οι αναπαραστάσεις που  έχουμε και τα βιώματά μας καθορίζουν την αυτοεκτίμηση που αργότερα θα διαμορφώσουμε. Αν η αξία μου ως ατόμου ήταν συνδεδεμένη με τις επιτυχίες μου, τότε είναι πολύ πιθανό και σήμερα να προσδιορίζω την εικόνα του εαυτού μου βάσει των επιτυχιών μου. Αν οι γονείς μου έδειχναν πραγματικά ενδιαφέρον για τις ανάγκες μου, τις επιθυμίες μου ή τις δυσκολίες μου, τότε η εικόνα που διαμορφώνω ότι ανήκω έχει θετικό χαρακτήρα στο πώς βλέπω σήμερα τον εαυτό μου. Αν ως παιδί ένιωθα το βάρος μιας αποστολής, όπως την ανάγκη να υλοποιώ όσα δεν μπόρεσαν οι γονείς μου ή να πραγματοποιώ τα όνειρά τους, τότε κινδυνεύω να παρουσιάσω σοβαρά κενά αυτοεκτίμησης.

Οι τρεις βασικές αρχές της αυτοεκτίμησης

1. Αγάπη προς τον εαυτό – Οι άνθρωποι πιστεύουν ότι το να αγαπήσουν τον εαυτό τους είναι εγωιστικό και πως ο εγωισμός βλάπτει τους άλλους, Προσπαθούμε να αποβάλουμε τον εγωισμό μας, να τον εξαφανίσουμε, να τον αρνηθούμε, αλλά, δυστυχώς, μόνο αν συμφιλιωθούμε μαζί του μπορούμε να τον αξιοποιήσουμε και να νιώσουμε σοφοί, αλληλέγγυοι, γενναιόδωροι και μεγαλόψυχοι. Το να αγαπάει κάποιος τον εαυτό του δεν είναι εγωιστικό, γιατί αν εγώ αγαπάω, νοιάζομαι και φροντίζω τον εαυτό μου, τότε μόνο μπορώ να κατανοήσω την ανάγκη του άλλου να αγαπάει, να φροντίζει και να νοιάζεται για τον εαυτό του, και αυτό είναι μια σπουδαία αρχή για να λειτουργήσω συλλογικά μέσα στο κοινωνικό μου πλαίσιο.

2. Η εικόνα του εαυτού  Η εικόνα του εαυτού μου βασίζεται στην αξιολόγηση των βιωμάτων μου, στο πώς εγώ αντιλαμβάνομαι τον εαυτό μου μέσα από τις εμπειρίες μου. Δεν είναι η αξιολόγηση των εμπειριών μου, αλλά η γνώση, οι πεποιθήσεις, οι αξίες που έχω για τις δυνατότητές μου, τις αρετές μου και τους περιορισμούς μου αναφορικά με τον εαυτό μου και τις εμπειρίες μου.

3. Εμπιστοσύνη προς τον εαυτό – Η τρίτη αρχή της αυτοεκτίμησης αφορά την πεποίθηση ότι γνωρίζω πως είμαι άξιος να ενεργήσω σωστά σε κάθε περίσταση, χωρίς να φοβάμαι την αποτυχία ή την αρνητική κριτική των άλλων.

Στοιχεία της αυτοεκτίμησης

  1. Είναι βασική ανθρώπινη ανάγκη, απαραίτητο στοιχείο για την ψυχική μας υγεία
  2. Αναδύεται μέσα από τα πιστεύω και τη γνώση του εαυτού μας
  3. Η αυτοεκτίμηση συνδέεται άμεσα με τα πιστεύω μας, τα συναισθήματά μας και τις συμπεριφορές μας

Διαμόρφωση  της Αυτοεκτίμησης:

Μία από τις σημαντικές διαφορές ανάμεσα στον άνθρωπο και στα υπόλοιπα όντα είναι η αυτογνωσία, η επίγνωση του εαυτού, η ικανότητα να διαμορφώνει την ταυτότητά  του, να την αξιολογεί, να την εξελίσσει και να αποφασίζει αν του ταιριάζει ή όχι.

Η φροντίδα της αυτοεκτίμησης είναι μεγάλη ευθύνη  και  είναι ενθαρρυντικό να γνωρίζουμε ότι εμείς επιλέγουμε  την εικόνα του εαυτού μας.  Ανεξάρτητα από τις ικανότητές μας, εμείς επιλέγουμε πώς να διαμορφώνουμε και να αξιολογούμε τα στοιχεία που απαρτίζουν την εικόνα του εαυτού μας.

Η εικόνα του εαυτού, η εμπιστοσύνη και η αγάπη προς τον εαυτό μας είναι στοιχεία που διαμορφώνονται από νωρίς μέσα στην οικογένεια. Από πολύ νωρίς οι αναπαραστάσεις που έχουμε και τα βιώματά μας καθορίζουν την εικόνα που αργότερα θα διαμορφώσουμε για τον εαυτό μας. Αν η αξία μου ήταν συνδεδεμένη με τις επιτυχίες μου, τότε είναι πολύ πιθανό και σήμερα να αυτοπροσδιορίζομαι βάσει των επιτυχιών μου. Αν οι γονείς μου έδειχναν πραγματικό ενδιαφέρον για τις ανάγκες μου, τις επιθυμίες μου, τις δυσκολίες μου, τότε η εικόνα που διαμορφώνω για το ότι ανήκω έχει θετικό χαρακτήρα στο πώς βλέπω σήμερα τον εαυτό μου. Αν ως παιδί ένιωθα το βάρος ότι έπρεπε να εκπληρώσω μια αποστολή, όπως για παράδειγμα να υλοποιήσω όσα δεν μπόρεσαν οι γονείς μου να πραγματώσουν ή να διατηρήσω την οικογένεια ενωμένη με τη δική μου συμπεριφορά ή να πραγματοποιήσω τα όνειρά τους, τότε κινδυνεύω να παρουσιάσω σοβαρά κενά αυτοεκτίμησης.

Ο άνθρωπος έχει  βασικές συναισθηματικές ανάγκες : Να δημιουργήσει ασφαλή δεσμό με τους άλλους (ανάγκη για ασφάλεια, σταθερότητα, φροντίδα και αποδοχή) Ανάγκη για αυτονομία, αυτοέκφραση, αυθορμητισμό και οριοθέτηση. Οι πρώιμες εμπειρίες μπορεί να παρεμποδίσουν την υγιή ικανοποίηση ενός μέρους ή του συνόλου αυτών των συναισθηματικών αναγκών, με αποτέλεσμα το παιδί να υιοθετήσει μηχανισμούς άμυνας για να μπορέσει να διαχειριστεί και να ικανοποιήσει τις ανάγκες του. Αν και δεν υπάρχει τέλεια οικογένεια ή τέλειο περιβάλλον, η βασική ερώτηση που πάντοτε τίθεται είναι πώς ικανοποιήθηκαν οι βασικές μου ανάγκες στο περιβάλλον που μεγάλωνα; Ποια είναι η αίσθηση του εαυτού μου σήμερα για το πώς ικανοποιήθηκαν αυτές οι βασικές ανάγκες μου; Ένιωθα ασφάλεια, σταθερότητα; Οι σημαντικοί άλλοι φρόντιζαν τις ανάγκες μου; Πώς με αντιμετώπιζαν;   Επιτρεπόταν η έκφραση συναισθημάτων (συμπεριλαμβανομένων του θυμού, της θλίψης, της χαράς); Επιτρεπόταν  η αυτοέκφραση, οι γονείς μου μπορούσαν να με καθοδηγήσουν και να θέσουν υγιή όρια??

Η εικόνα του εαυτού, η αγάπη και η εμπιστοσύνη που δείχνω σήμερα προς τον εαυτό μου είναι στοιχεία που προέρχονται από τις εμπειρίες μου και τα βιώματά μου στο οικογενειακό μου περιβάλλον, στο σχολείο και στην ευρύτερη κοινωνία. Αν οι βασικές μας συναισθηματικές ανάγκες εκπληρώθηκαν με υγιή τρόπο, τότε η εικόνα του εαυτού μας είναι θετική, σταθερή και δομημένη, ακόμη και όταν εξωτερικές καταστάσεις και δυσκολίες μας προβληματίζουν ή μας δυσκολεύουν.

Μεγαλώνοντας συναισθηματικά υγιή παιδιά

Ένα από τα μεγαλύτερα έργα που καλούνται οι γονείς να αναλάβουν και να διεκπεραιώσουν με επιτυχία είναι το μεγάλωμα των παιδιών τους. Το να μεγαλώσουν συναισθηματικά υγιή παιδιά. Εκατομμύρια γονείς έχουν να φέρουν σε πέρας ένα έργο που κατατάσσεται ανάμεσα στα πιο δύσκολα, να  πάρουν ένα μωρό και να το αναθρέψουν, αναλαμβάνοντας την πλήρη ευθύνη για την ψυχική και σωματική του υγεία, ώστε μεγαλώνοντας να γίνει ένας υγιής και παραγωγικός άνθρωπος.

Αν σκεφτούμε την ευθύνη που έχει ο ρόλος του γονιού συγκριτικά με έναν οποιονδήποτε άλλο ρόλο, θα διαπιστώσουμε ότι για την επαγγελματική μας σταδιοδρομία έχουμε χρόνια εκπαιδευτεί, ώστε να είμαστε αποτελεσματικοί και παραγωγικοί, ξεκινώντας μάλιστα από νωρίς αυτή την εκπαίδευση. Πόσους γονείς, όμως, γνωρίζετε που να έχουν εκπαιδευτεί για το πιο δύσκολο «επάγγελμα»: να είσαι γονιός! «Μα, πολλοί θα μου απαντήσετε, ότι η φύση μάς βοηθάει να αναλάβουμε αυτόν τον ρόλο που, άλλωστε, δεν είναι επάγγελμα. Συμφωνώ, αλλά και πάλι πόσους γνωρίζετε που παίζουν όπως πρέπει αυτόν τον ρόλο και μεγαλώνουν παιδιά που είναι έτοιμα να ανθίσουν όταν φθάσουν στην ενηλικίωση; Συνήθως, οι γονείς είναι αυτοί που κατηγορούνται.  Αλλά δεν εκπαιδεύονται!» (Thomas Gordon, 2000).

Παρατηρώντας τα  προβλήματα των παιδιών και των νέων μας σήμερα, τα ποσοστά της βίας, της παραβατικότητας, της κατάθλιψης, της εξάρτησης, ακούμε τακτικά να κατηγορούνται οι γονείς. Αν ένα παιδί αντιμετωπίζει προβλήματα, κατηγορούνται οι γονείς για την ανατροφή του. Ποιος, όμως, βοηθάει τους γονείς να γίνουν αποτελεσματικοί στην ανατροφή των παιδιών; Οι γονείς είναι άνθρωποι, όχι θεοί. Έχουν αδυναμίες, προσωπικούς περιορισμούς, έχουν πραγματικά συναισθήματα (Thomas Gordon, 2000).  Αν σε αυτό προσθέσουμε και τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν σε οικονομικό και κοινωνικό πλαίσιο, όπως ανεργία, φτώχια και την ανάγκη να εργάζονται και οι δύο, τότε τα προβλήματα αυξάνονται και οι γονείς γίνονται όλο και πιο ευάλωτοι απέναντι σε αυτές τις δυνάμεις που καταπονούν την οικογενειακή τους ζωή, με αποτέλεσμα οι ουσιαστική συναλλαγή με τα παιδιά τους να φθίνει (Daniel Goleman, 2009). Και σε αντίθεση με την απόκτηση γνώσεων για τις ανθρώπινες σχέσεις και για το πώς να δημιουργούμε ένα ψυχολογικά υγιές περιβάλλον, όλο και περισσότεροι γονείς στηρίζονται σε μεθόδους ανατροφής που υστερούν σε συναισθηματικές και κοινωνικές δεξιότητες απαραίτητες για την πρόληψη ή αντιμετώπιση των περισσότερων δυσκολιών που αντιμετωπίζουν τα παιδιά και οι νέοι σήμερα  (Daniel Goleman, 2009).

Με δεδομένη την αύξηση των ποσοστών κατάθλιψης, παραβατικότητας και εθισμού σε ουσίες ή αλκοόλ, που εμφανίζονται σε όλο και μικρότερες ηλικίες σε σχέση με τις προηγούμενες δεκαετίες, τα μηνύματα που εμείς, γονείς, παιδαγωγοί και εκπαιδευτικοί, καλούμαστε να επεξεργαστούμε και να αξιολογήσουμε είναι πολύ πιο ανησυχητικά, αλλά και καίρια για την αντιμετώπιση και πρόληψη καταστάσεων.

Μελέτες δείχνουν ότι, ανεξάρτητα από το κοινωνικό – οικονομικό πλαίσιο στο οποίο μεγαλώνουν τα παιδιά, η βία, η κατάθλιψη, οι διατροφικές διαταραχές, καθώς και ο εθισμός σε ουσίες και αλκοόλ έχουν αυξηθεί τα τελευταία χρόνια και συνήθως η πληροφόρηση ή οι εκστρατείες αντιμετώπισης εμφανίζονται αφού το πρόβλημα έχει πάρει τεράστια διάσταση (Daniel Goleman, 2009).

Ουδέποτε θα μπορούσα να ισχυριστώ ότι η μονόπλευρη παρέμβαση, όπως αυτή  της συναισθηματικής ανατροφής, θα λύσει όλα τα πιθανά προβλήματα. Όμως, μας είναι γνωστό ότι οι συναιθηματικές ελλείψεις αυξάνουν τους κινδύνους που διατρέχει ένα παιδί. Οι συναισθηματικές και κοινωνικές δεξιότητες μπορούν να παίξουν σημαντικό ρόλο στην αντιμετώπιση των δυσλειτουργικών συμπεριφορών που εμφανίζουν όλο και πιο τακτικά παιδιά και έφηβοι. Η οικογένεια αποτελεί το πρώτο σχολείο της συναισθηματικής μας αγωγής. Σε αυτό το περιβάλλον μαθαίνουμε να αναγνωρίζουμε τα συναισθήματά μας, μαθαίνουμε να κατανοούμε τι αισθανόμαστε, να αντιλαμβανόμαστε πώς να σκεφτόμαστε για τον εαυτό μας και τους άλλους, πώς να  διαχειριζόμαστε τα συναισθήματά μας και πώς να αντιδρούμε σε αυτά.  Μελέτες μάς δείχνουν πως ο τρόπος με τον οποίο οι γονείς συμπεριφέρονται στα παιδιά τους έχει βαθιά και διαρκή επίδραση στη συναισθηματική ζωή τους και αυτές οι επιδράσεις ξεκινούν απο την κούνια (Goldman, 1993).   Η αλληλεπίδραση μεταξύ παιδιού και γονιού ξεκινάει νωρίς και συνεχίζει να έχει ισχύ καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του.

Για καλύτερη κατανόηση του τι σημαίνει συναισθηματική αγωγή, αξίζει να επιχειρήσουμε μια σύντομη περιγραφή της διαφοράς ανάμεσα στον εγκέφαλο και σε αυτό που αποκαλούμε νου. Ο εγκέφαλος είναι το ανατομικό όργανο το οποίο απαρτίζεται από δισεκατομμύρια νευρώνες και τρισεκατομμύρια νευρωνικές συνδέσεις που διευθύνουν τις σωματικές και νοητικές λειτουργίες του ανθρώπου. Όταν αναφερόμαστε στον νου, στην ουσία αναφερόμαστε στη ροή πληροφόρησης και γνώσεων μέσω νευροχημικών διαδικασιών που εκτελούν τα διάφορα κέντρα του εγκεφάλου. Ο ανθρώπινος εγκέφαλος δεν είναι πλήρως διαμορφωμένος κατά τη γέννησή μας. Ωριμάζει με το πέρασμα του χρόνου, με εντονότερη περίοδο να θεωρείται αυτή της παιδικής ηλικίας. Γεννιόμαστε με περισσότερους νευρώνες απ’ ό,τι θα συγκρατήσουμε, καθώς μέσα από τη διαδικασία διαφοροποίησης και ολοκλήρωσης χάνονται νευρωνικές διασυνδέσεις που χρησιμοποιούνται λιγότερο και ισχυροποιούνται άλλες που χρησιμοποιήθηκαν περισσότερο. Οι νοητικές αναπαραστάσεις που διαμορφώνονται μέσω των επαναλαμβανόμενων εμπειριών αποτελούν τη βάση της άδηλης μνήμης και σχηματίζουν την αντίληψη του εαυτού, καθώς και των συγκινήσεων μας, καθώς επίσης θεμελιώνουν τις πεποιθήσεις , στάσεις , & συμπεριφορές  μας.

Λαμβάνοντας υπόψιν ότι ο ανθρώπινος εγκέφαλος, καθώς και οι δομές του διαμορφώνονται κατά τη διάρκεια της ανάπτυξης, γίνεται σαφές γιατί οι πρώιμες εμπειρίες αποτελούν τη βάση για τα γνωστικά μοντέλα ή σχήματα τα οποία μας βοηθούν να κατανοούμε τις εμπειρίες μας στο παρόν και στο μέλλον. Σε συνδυασμό δε με την ανάπτυξη του ιπποκάμπου, όταν πλέον αρχίζουμε να έχουμε αυτοβιογραφική μνήμη, ξεκινάμε να θυμόμαστε γεγονότα και να αποκτούμε αυτό που καλούμε αυτονόηση. Τα συναισθήματα έχουν σημαντικό ρόλο στη ροή της ενέργειας και της πληροφόρησης του μυαλού, καθώς αποδίδουν νόημα στις αναπαραστάσεις. Η συναισθηματική συναλλαγή με το περιβάλλον μας, ήδη από τη γέννησή μας, θεμελιώνει τη βάση των συναισθηματικών καταστάσεων που βιώνουμε ως άνθρωποι και αποτελεί το θεμέλιο για την αυτορρύθμιση των συγκινήσεών μας.

Από τη στιγμή που διαπιστώθηκε η πλαστικότητα του εγκεφάλου, επιβεβαιώθηκε το γεγονός ότι μπορούμε να παρέμβουμε αποτελεσματικά στην όλη του διαδικασία! Αν και η βασική διάσταση της ψυχοσύνθεσής μας υπάρχει από τη γέννησή μας, η ευπλαστότητα του εγκεφάλου σηματοδοτεί ότι οι εμπειρίες κατά τη διάρκεια της ανάπτυξής μας επιδρούν με μοναδικό τρόπο στη διαμόρφωση νευρωνικών μονοπατιών, είτε διευρύνοντας είτε αποσιωπώντας τις έμφυτες προδιαθέσεις. Για παράδειγμα, η  επαναλαμβανόμενη εμπειρία ενός βρέφους, του οποίου το βραδινό ξύπνημα αντιμετωπίζεται με ζεστασιά και τρυφερότητα, το κάνει να διαμορφώνει την αίσθηση του εαυτού του ως αγαπητό και ότι οι σημαντικοί άλλοι θα συνεχίσουν να του παρέχουν φροντίδα και αγάπη στο μέλλον. Αντίθετα, ένα βρέφος του οποίου η ανάγκη επαναλαμβανόμενα δεν ικανοποιείται, μπορεί να διαμορφώσει μια διαφορετική αντίληψη για τον εαυτό του και το περιβάλλον του.

Ένα από τα βασικά μαθήματα που μαθαίνει νωρίς το παιδί  είναι πώς να ηρεμεί όταν αναστατώνεται. Μέσα από τις πρώιμες εμπειρίες ο εγκέφαλος δημιουργεί συνδέσεις που επηρεάζουν το ρυθμιστικό κύκλωμα του συγκινησιακού τμήματός του, δηλαδή μαθαίνει να ρυθμίζει τις συγκινήσεις του. Ας θυμηθούμε ότι ένα από τα βασικά στοιχεία της συναισθηματικής νοημοσύνης είναι η αυτορρύθμιση συγκινήσεων. Ως την ηλικία των 2 ετών οι νοητικές αναπαραστάσεις διαμορφώνονται μέσω των αισθήσεων, καθώς αυτές αποτελούν τις μόνες πηγές πληροφόρησης. Στη συνέχεια της ανάπτυξης, καθώς οι δομές του εγκεφάλου αναπτύσσονται, αποκτούμε ρητή μνήμη. Στο σημείο αυτό μπορούμε να αναφέρουμε ότι μελέτες δείχνουν πως οι επαναλήψεις πληροφοριών ενισχύουν τη διαδικασία εμπέδωσής τους και την αποθήκευσή τους στη μακρόχρονη μνήμη. Καθώς τα σημαντικά γνωρίσματα των αισθητηριακών εμπειριών καθηλώνονται όλο και περισσότερο στις αποθήκες της μακρόχρονης μνήμης, καταλαβαίνετε πόσο σημαντικές είναι οι εμπειρίες των παιδιών μας, αφού αυτές αποτελούν καθοριστικούς παράγοντες των χαρακτηριστικών της προσωπικότητάς τους.

Δεσμός

Από τη γέννησή μας, ο δεσμός που αναπτύσσεται με τους γονείς μας ή τους φροντιστές μας εδραιώνει τις βασικές αρχές της συναισθηματικής μας νοημοσύνης, Οι εξελίξεις στον χώρο της τεχνολογίας, τα τελευταία χρόνια, μας έχουν επιτρέψει τη γνώση τόσο για  τις δομές του εγκεφάλου,  όσο και για την αλληλεπίδραση μεταξύ εγκεφάλου και περιβάλλοντος, με αποτέλεσμα την  ανάπτυξη και εξέλιξη της Διαπροσωπικής Νευροφυσιολογίας. Με απλά λόγια, σήμερα γνωρίζουμε πως το περιβάλλον επιδρά στις νοητικές λειτουργίες του εγκεφάλου και με δεδομένο το γεγονός ότι έχει διαπιστωθεί η πλαστικότητα του εγκεφάλου, μπορούμε να παρέμβουμε δυναμικά, εφαρμόζοντας τη γνώση και τις αξίες της συναισθηματικής αγωγής.

Η νευροφυσιολογία των διαπροσωπικών σχέσεων

Ζούμε σ’ έναν κόσμο συνδέσεων, όπου όλα κινούνται σε κύκλους αλληλεπίδρασης και αλληλεξάρτησης, με κύριο στοιχείο την ανταλλαγή ενέργειας και πληροφόρησης.  Ίσως αυτό να ακούγεται παράξενο,  αλλά αν αναλογιστούμε, έστω για ένα λεπτό, όλα όσα συμβαίνουν γύρω μας, και χωρίς σ’ αυτό το λεπτό να μπούμε στον πειρασμό να αξιολογήσουμε μέσα μας τα φαινόμενα,  ίσως να συμφωνήσουμε με τη φράση «τα πάντα ρει» που διατύπωσε πριν χιλιάδες χρόνια ο Ηράκλειτος.  Όλα όσα αντιλαμβανόμαστε, στις διάφορες μορφές που απεικονίζονται, στην ουσία αποτελούν καταστάσεις ενέργειας που αλληλεπιδρούν και ανταλλάσσονται μεταξύ τους σε έναν αέναο κύκλο.

Με αυτήν τη σύντομη και απλοϊκή ερμηνεία περί φυσικής κοσμοθεωρίας σας καλοσωρίζω σε  έναν κόσμο που τα πάντα αλλάζουν αδιάλειπτα, έστω και αν αυτή τους η αλλαγή δεν γίνεται αντιληπτή διά γυμνού οφθαλμού ή άμεσα εμφανής στο πεδίο της γνώσης μας. Τίποτα δεν παραμένει σταθερό ή αιώνιο.  Αυτό που σίγουρα γνωρίζουμε είναι η αλλαγή!  Σκεπτόμενοι  τα δισεκατομμύρια νευρώνων και τα τρισεκατομμύρια συνδέσεων του εγκεφάλου που διευθύνουν τις σωματικές και νοητικές λειτουργίες, καθώς και την ικανότητά του να πλάθεται μέσα από τις εμπειρίες, τότε η φράση  «τα πάντα ρει»  θα λέγαμε ότι περιγράφει  με σαφήνεια τη λειτουργία και τη δομή του.

Η δομή του εγκεφάλου

Ο εγκέφαλος αποτελεί το ανώτερο όργανο του νευρικού μας συστήματος και ελέγχει τις λειτουργίες του οργανισμού – εκούσιες και ακούσιες. Ο ίδιος αποτελείται από 100 δισεκατομμύρια νευρικά κύτταρα που ανταλλάσσουν πληροφορίες μέσω συνάψεων και παράγει νου που αφορά όλες τις γνωσιακές λειτουργίες όπως μάθηση, σκέψη, αντίληψη, μνήμη, συγκίνηση. Είναι σημαντικό να θυμάστε ότι ο εγκέφαλος δεν διαχωρίζεται από το σώμα, αλλά, αντίθετα, ότι αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι του σώματός μας και της δημιουργίας του εαυτού!

Το νευρικό κύτταρο ή νευρώνας, το οποίο αποτελεί τη δομική μονάδα του νευρικού συστήματος, πάλλεται, συνθέτει και τροφοδοτεί πληροφορίες μέσω ηλεκτρικών και χημικών συνδέσεων με τους άλλους νευρώνες, μεταφέροντας κατ’ αυτόν τον τρόπο ενέργεια και πληροφοριακό υλικό με τη διαβίβαση χημικών ουσιών, τους νευροδιαβιβαστές, στις συνάψεις, στο σημείο σύνδεσης μεταξύ νευρώνων. Αύξηση ή μείωση αυτών συνδέεται με αλλαγή των νοητικών λειτουργιών, όπως της προσοχής, της διάθεσης ή της μνήμης. Ο εγκέφαλος απαρτίζεται από ένα τεράστιο δίκτυο διασυνδεδεμένων νευρώνων, η κινητοποίηση των οποίων παράγει τη νοητική λειτουργία.

Ο ανθρώπινος εγκέφαλος δεν είναι πλήρως διαμορφωμένος κατά τη γέννηση. Η διαμόρφωσή του είναι αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης των γονιδίων με το περιβάλλον. Γεννιόμαστε με περισσότερους νευρώνες από όσους τελικά θα συγκρατήσουμε μέσα από τη διαδικασία της διαφοροποίησης και ολοκλήρωσής μας, αναπτύσσοντας νευρωνικές διασυνδέσεις σε εκείνα τα νευρωνικά κυκλώματα που χρησιμοποιούνται και χάνοντας συνδέσεις σε εκείνα που δεν χρησιμοποιούνται. Οι εμπειρία μας σε αυτό το στάδιο διαπλάθει τον εγκέφαλο και ρυθμίζει τις νοητικές λειτουργίες.

Με δεδομένη τη σημαντικότητα αυτής της αναπτυξιακής περιόδου, οι εμπειρίες ενός παιδιού δημιουργούν και διαμορφώνουν τα νευρωνικά κυκλώματα που ρυθμίζουν τη συγκίνηση, τη συμπεριφορά, τη διαπροσωπική σύνδεση, τη μνήμη και τη μάθηση. Ένα από τα θεμελιώδη μαθήματα που το παιδί πρέπει να διδαχθεί σε αυτήν την ηλικία είναι πώς να αποκτήσει την ικανότητα να ηρεμεί όταν αναστατώνεται. Η συγκεκριμένη ικανότητα διαμορφώνεται μέσω της συναλλαγής μας με τους γονείς και συνεχίζει να «χτίζεται» κατά τη διάρκεια της ανάπτυξής μας. Οι νοητικές αναπαραστάσεις που διαμορφώνονται μέσω των επαναλαμβανόμενων εμπειριών αποτελούν τη βάση της ενδογενούς μνήμης, διαμορφώνουν την αντίληψη του εαυτού μας και των αντιδράσεών του σε καταστάσεις, απαρτίζουν τις αξίες μας, τα πιστεύω μας, τη στάση μας για το πώς συνδεόμαστε με το περιβάλλον μας. Ως την ηλικία των δύο ετών οι νοητικές αναπαραστάσεις διαμορφώνονται μέσω των αισθήσεων. Στη συνέχεια αναπτύσσονται οι δομές του εγκεφάλου που συνδέονται με την εξωγενή μνήμη. Μελέτες δείχνουν πως η επανάληψη πληροφοριών ενισχύει τη διαδικασία εμπέδωσης εκείνων που αποθηκεύονται στη μνήμη, με αποτέλεσμα οι πρώιμες εμπειρίες να αποτελούν καθοριστικό παράγοντα των χαρακτηριστικών της προσωπικότητας. Είναι επίσης σημαντικό να θυμόμαστε ότι η διάπλαση του εγκεφάλου και των λειτουργιών του δεν βασίζεται στην έκθεση του βρέφους σε ακουστικά και οπτικά ερεθίσματα μόνο, αλλά και στη σχέση που αναπτύσσει με το άτομο που το φροντίζει.

ΝΟΥΣ και νοητικές διεργασίες

Ο νους διαμορφώνεται και αναπτύσσεται μέσα από την αλληλεπίδραση των εγκεφαλικών  διεργασιών του ατόμου και των σχέσεων που δημιουργούνται  από τη στιγμή της γέννησής του και σε όλη τη διάρκεια της ζωής του. Η γενετικά προδιαγεγραμμένη εμφάνιση συγκεκριμένων δομών και λειτουργιών σε αυτήν την κρίσιμη αναπτυξιακή περίοδο της ζωής μας, την καθιστά σημαντική για τη λειτουργία των εγκεφαλικών δομών. Ο όρος νευροπλαστικότητα περιγράφει τη συγκεκριμένη δυνατότητα του εγκεφάλου να διεγείρει, να τροποποιεί και να διαμορφώνει νέες συνάψεις ως αποτέλεσμα αυτής της αλληλεπίδρασης με το περιβάλλον. Ο εγκέφαλος δεν είναι απλά μια μηχανή επεξεργασίας δεδομένων, αλλά ένα περίπλοκο σύστημα ροής πληροφόρησης και ενέργειας μέσω νευροχημικών διαδικασιών που εκτελούν τα διάφορα κέντρα του. Ο εγκέφαλος επεξεργάζεται τις πληροφορίες που δέχεται από το εξωτερικό και εσωτερικό περιβάλλον του, και παράγει νου.

Οι νευρώνες επικοινωνούν και αναπτύσσουν νευρωνικά κυκλώματα τα οποία καθορίζουν την οργάνωση των αισθητηριακών και νοητικών αναπαραστάσεων των εμπειριών μας. Η υποκειμενική εμπειρία, μέσω του μηχανισμού της μνήμης και της μάθησης, παράγεται απο τη διέγερση αυτών των νευρωνικών κυκλωμάτων. Οι νοητικές αναπαραστάσεις που διαμμορφώνει ο εγκέφαλος ως αποτέλεσμα της διέργεσης νευρωνικών κυκλωμάτων μπορεί να προέρχονται απο το εξωτερικό περιβάλλον μέσω των αισθήσεών μας, από το εσωτερικό μας περιβάλλον (το σώμα μας) ή και από τον εγκέφαλο. Τι σημαίνει νοητική αναπαράσταση; Με λίγα λόγια, θα λέγαμε ότι είναι  η κωδικοποίηση και συμβολοποίηση των εμπειριών που εισέρχονται στο πεδίο της γνώσης και της νόησης  του εγκεφάλου.

Νούς και σχέσεις

Ως αποτέλεσμα, η σχέση που αναπτύσσεται μεταξύ βρέφους και φροντιστή, καθώς και οι εμπειρίες του βρέφους σε αυτήν την περίοδο της ζωής του έχουν τη μεγαλύτερη επίδραση στην ανάπτυξη του εγκεφάλου και του μυαλού. Οι τραυματικές εμπειρίες στη συγκεκριμένη  αναπτυξιακή περίοδο μπορεί να παρουσιάσουν μακροπρόθεσμες αρνητικές επιπτώσεις στη δομή του εγκεφάλου, οι οποίες να είναι υπεύθυνες για  λειτουργίες όπως αντίδραση στο στρες, στη  μάθηση και τη  μνήμη (Solomon M. & Siegel D., 2003). Επίσης γνωρίζουμε από μελέτες ότι παιδιά που μεγάλωσαν σε  ιδρύματα δείχνουν μακροπρόθεσμες τροποποιήσεις στην εγκεφαλική τους ανάπτυξη (Pollak, 2010).  Μελέτες που έχουν γίνει σε ανθρώπους οι οποίοι έχουν υποστεί κακοποίηση ή έχουν εκτεθεί σε στρεσογόνα γεγονότα αποδεικνύουν ότι εμφανίζουν διαταραχές.

 Ο εγκέφαλος και οι λειτουργίες του διαμορφώνονται από την αλληλεπίδρασή μας με το περιβάλλον. Έρευνες δείχνουν ότι αρουραίοι που μεγαλώνουν σε ενισχυμένο περιβάλλον διαθέτουν  περισσότερους νευρώνες και αυξημένες συνάψεις. Αρουραίοι, αντίθετα, που εκτέθηκαν σε στρεσογόνο περιβάλλον παρουσίασαν ανατομικές αλλαγές στον εγκέφαλο. Σε πρόσφατη μελέτη καταγράφηκε η διαπίστωση ότι το μετατραυματικό στρες κατά την ενήλικη ζωή μπορεί να οδηγήσει σε επιγενετικές αλλαγές στον εγκέφαλο. Ενήλικοι αρουραίοι που εκτέθηκαν σε χρόνιο στρες παρουσίασαν αύξηση μεθυλίωσης σε περιοχές του ιπποκάμπου ο οποίος συνδέεται με την έκφραση γονιδίου BDNF (brain derived neurotrophic factor) και σχετίζεται με τη νευρογένεση και συναπτογένεση (Roth et al., 2011).

Πώς αυτές οι μελέτες συνδέονται με την ανθρώπινη φύση; Μελέτες σε βρέφη αποδεικνύουν ότι το πρόσωπο της μητέρας αυξάνει τα επίπεδα των οπιοειδών πεπτιδίων. Επίσης, ότι η θετική και χαρούμενη συναλλαγή μεταξύ βρέφους και μητέρας εγείρει την παραγωγή βιοχημικών ορμονών που συνδέονται με τη  νευρογένεση, συναπτογένεση και σύνθεση πρωτεϊνών, διεργασιών που συνδέονται με τον μεταβολισμό ενέργειας και την ανάπτυξη του εγκεφαλικού φλοιού και του λιμβικού συστήματος.  Η έκθεση σε στρεσογόνους παράγοντες θέτει τον οργανισμό σε εγρήγορση, διεγείροντας το συμπαθητικό σύστημα και την έκκριση της ορμόνης φλοιoτροπίνης (Corticotrophin Releasing Hormone or CRH), προκαλώντας την έκκριση της ορμόνης του στρες, της κορτιζόλης, της αδρεναλίνης, της νοραδρεναλίνης και της ντοπαμίνης. Μελέτες δείχνουν ισχυρές ενδείξεις που μας επιτρέπουν να υποθέσουμε ότι η κατάθλιψη χαρακτηρίζεται από υπερδιέγερση της CRH ορμόνης. Μεταθανάτιες μελέτες του εγκεφαλικού ιστού αποκαλύπτουν αυξημένη CRH στον υποθάλαμο καταθλιπτικών ατόμων (Raadsheer et al.,  2006).

Oι επαναλαμβανόμενα αρνητικές εμπειρίες ενός βρέφους επιδρούν αντίστοιχα αρνητικά στην ανάπτυξη περιοχών και δομών του εγκεφάλου σημαντικών για τη ρύθμιση της διάθεσης και της συμπεριφοράς (Schore, 2000).  Ο εγκέφαλος με τις φλοιώδεις και υποφλοιώδεις του περιοχές, καθώς και τις ρυθμιστικές τους λειτουργίες, εμπλέκεται σε ένα σύστημα  κοινωνικής συναλλαγής με το περιβάλλον. Οι αλληλεπιδράσεις των πρώτων χρόνων ζωής προδιαγράφουν την ικανότητα του βρέφους να ρυθμίζει τον εαυτό του (αυτορρύθμιση), επιτρέποντας την ανάμειξη και σε περιοχές του εγκεφάλου, όπως την προμετωπιαία περιοχή όπου εδρεύουν οι ανώτερες νοητικές λειτουργίες και η οποία  αποτελείται από τον κογχικομετωπιαίο φλοιό που λαμβάνει πληροφορίες από τον θάλαμο (υποφλοιώδη περιοχή) και καταγράφει πληροφορίες, ενορχηστρώνοντας έτσι τις αντιδράσεις μας. Σε αντίθεση με τις υποφλοιώδεις περιοχές του εγκεφάλου, το μεταιχμιακό σύστημα, που συμπεριλαμβάνει την αμυγδαλή, τον ιππόκαμπο και άλλες δομές, έχει ως στόχο να αποθηκεύει τις συναισθηματικές μνήμες. Η αμυγδαλή συγκεκριμένα αποτελεί μια περιοχή που μοιάζει με σύστημα συναγερμού, θέτοντας τον εγκέφαλο σε εγρήγορση όταν λαμβάνει μηνύματα απειλητικά για την επιβίωση του οργανισμού, ενεργοποιώντας έτσι τον μηχανισμό της «πάλης ή φυγής».

 Οι τελευταίες εξελίξεις στον χώρο της απεικόνισης και μελέτης του ανθρώπινου εγκεφάλου μάς επιτρέπουν να γνωρίζουμε πώς επιδρά το περιβάλλον στη δομή και στις ρυθμίσεις των λειτουργιών του. Ένα από τα επιτεύγματα στον χώρο της νευροεπιστήμης  ήταν η ανακάλυψη  νευρώνων-καθρεφτών. Ο εντοπισμός τους στους ανθρώπους ήταν δύσκολος, οι λειτουργικές μαγνητικές τομογραφίες έδειξαν όμως ότι ορισμένες περιοχές του εγκεφάλου -οι οποίες ονομάστηκαν «συστήματα καθρέφτες»-  «φωτίζονται» όταν εκτελούμε και όταν παρακολουθούμε μια ενέργεια που εκτελεί κάποιος άλλος με πρόθεση.  Πολυάριθμες μελέτες έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι άνθρωποι που παρουσιάζουν μεγαλύτερη δραστηριότητα στα συστήματα-καθρέφτες φαίνονται να είναι καλύτεροι στην κατανόηση των συναισθημάτων των άλλων ανθρώπων. Φυσικά αυτό επιβεβαιώνει τις πληροφορίες που τόσα χρόνια γνωρίζουμε, ότι δηλαδή οι άνθρωποι μαθαίνουμε μέσα από την παρατήρηση, καθώς και από τη σημαντικότητα των σχέσεων που αναπτύσσουμε από τη στιγμή της γέννησής μας και σε όλη τη διάρκεια της ζωής μας.

Η Διαπροσωπική Νευροβιολογία (IPNB) αποτελεί αντικείμενο διεπιστημονικής  μελέτης της ανθρώπινης συμπεριφοράς, καθώς  αντλεί γνώσεις από τα πεδία της Νευροεπιστήμης, της Ψυχολογίας και άλλων επιστημονικών πεδίων με στόχο την κατανόηση της αλληλεπίδρασης εγκεφάλου, σχέσεων και νου, και την εφαρμογή αυτής της γνώσης στην ανατροφή των παιδιών και στην εξασφάλιση της ψυχικής  υγείας.

Μελέτες στη Διαπροσωπική  Νευροβιολογία δείχνουν ότι οι εμπειρίες του ατόμου αποτυπώνονται στον εγκέφαλο ως νοητικές αναπαραστάσεις που διαμορφώνουν, οργανώνουν και ρυθμίζουν τις ανώτερες λειτουργίες του εγκεφάλου. Οι εμπειρίες που έχουμε με το περιβάλλον μας ως βρέφη μπορεί να επηρεάσουν ακόμη και την οργάνωση της βασικής  δομής του εγκεφάλου. Μελέτες  δείχνουν πως η θετική εμπειρία  μεταξύ μητέρας και βρέφους συνδέεται με θετικές βιολογικές αλλαγές. Η γνώση από τις μελέτες της πρόσδεσης ή του δεσμού μεταξύ βρέφους και μητέρας δείχνει τη σημαντικότητα των διαπροσωπικών σχέσεων στην ανάπτυξη και εξέλιξη του ατόμου

Ο νους αποτελεί το σύστημα που σχετίζεται με την εσωτερική υποκειμενική εμπειρία,  διαμορφώνει  τη δραστηριότητα   του εγκεφάλου και τις νοητικές λειτουργίες του.  Οι γνωστικές λειτουργίες παράγονται από τη δραστηριότητα του εγκεφάλου μέσω ενεργοποίησης νευρωνικών κυττάρων. Ο εγκέφαλος αποτελεί τη λειτουργική δομή,  διαπλάθεται από τις εμπειρίες του ατόμου με τη βοήθεια των νευρωνικών του συνδέσεων  και η ενέργεια που παράγεται ρέει  μέσω των σχέσεων που αναπτύσσει με το περιβάλλον του, και συγκεκριμένα στις διαπροσωπικές του σχέσεις. Οι διαπροσωπικές σχέσεις που αναπτύσσουμε κατά τη διάρκεια της ζωής μας διαμορφώνουν και εξελίσσουν αυτό το σύστημα, διευκολύνοντας το έμφυτο δυναμικό μας προς την ολοκλήρωση. Η  σχέση με τον εαυτό μας, το περιβάλλον μας και τους άλλους αλληλεπιδρά, τροποποιεί και εξελίσσει τόσο τη δομή του εγκεφάλου και τις νοητικές λειτουργίες, όσο και τις  ίδιες τις σχέσεις μας. 

Η νοητική αυτογνωσία  αποτελεί το βασικό εργαλείο επίγνωσης που μας επιτρέπει να είμαστε  ανοιχτοί, παρατηρητικοί και αντικειμενικοί στην εμπειρία τού τώρα, να αποκτούμε πρόσβαση  στις εσωτερικές μας διεργασίες, σκέψεις, αναμνήσεις, εικόνες κ.λπ., καθώς και στις πληροφορίες που προέρχονται από το περιβάλλον.  Η  επίγνωση είναι μια διαδικασία ολοκλήρωσης της υποκειμενικής μας εμπειρίας και των σχέσεών μας μέσω των νοητικών αναπαραστάσεων που διαμορφώνουμε επιτρέποντας τη συνειδητότητα, την ενσυναίσθηση, την ολοκλήρωση!  Στοιχεία που αποτελούν, όπως είδαμε, τη βάση για την ανάπτυξη του εγκεφάλου, των νοητικών λειτουργιών, καθώς και  της  αλληλεπίδρασής μας με τους άλλους. Η  διαμόρφωση και η ανάπτυξη του εαυτού μας θεμελιώνεται μέσα από τη σύνδεσή μας με τους άλλους. Όμως, τι συμβαίνει όταν τα θεμέλια δεν έχουν ενδυναμωθεί; Όταν τραυματικές εμπειρίες παρεμποδίζουν την έμφυτη προδιάθεση προς ολοκλήρωση του εαυτού μας; Μέσα από την εμπειρία τού τώρα μπορούμε να διορθώσουμε και να ανακαλύψουμε  μονοπάτια που θα μας επιτρέψουν τη θετική ανάπτυξη και εξέλιξη του εαυτού μας, καθώς και των επόμενων γενεών.

Η νοητική αυτογνωσία μάς επιτρέπει να παραμένουμε ανοιχτοί στις πιθανότητες  και δημιουργικοί στην έκβαση των εμπειριών μας και του εαυτού μας, στο εδώ και τώρα, δίχως τον περιορισμό της αξιολόγησης και της κρίσης.

Therapy Planet June 2012

Σεμινάρια

Σεμινάρια του Κέντρου

Ελληνική Εταιρεία Αντλεριανής Ψυχολογίας

Τα 9 βήματα της αυτοεκτίμησης – Οκτώβριος 2011
Η χρόνια ασθένεια, μια πρόκληση ή πρόσκληση στη ζωή; – Οκτώβριος 2009
Ανακαλύπτοντας ξανά τη ζωή μας – Σεπτέμβριος 2008
Ανιχνεύοντας τα βαθιά μας πιστεύω και ανακαλύπτοντας τις κρυμμένες πτυχές του εαυτού μας – Μάρτιος 2007

Σύλλογος Ατόμων με Σκλήρυνση κατά Πλάκας

Ο ρόλος του στρες στην ασθένεια (2009).
Θυμός και ασθένεια:  διαχείριση και αντιμετώπιση (2010).
Κατανόηση του θυμού στην αντιμετώπιση της νόσου (2010).
Ο ρόλος του φροντιστή στον ασθενή με ΣΚΠ (2011)

Δημοτικό σχολείο Δήμου Βάρης

Ανακαλύπτοντας το κλειδί της σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης (2011)

Κέντρο Ψυχικής Υγείας ΠΝΟΗ

Εργαστήρι σχέσεων: The Whole Brain Child – Raising Self Confident Children (2012)
Εργαστήρι σχέσεων: Μεγαλώνοντας συναισθηματικώς υγιή παιδιά ( 2011)
Εργαστήρι σχέσεων : Ο ρόλος του θυμού και η μετατροπή του σε θετική ενέργεια (2011)
Εργαστήρι Σχέσεων : Η αυτοεκτίμηση ως στάση ζωής ( 2011)
Εργαστήρι Σχέσεων : Ανακαλύπτω τις κρυφές πτυχές του εαυτού μου (2010)

Ιστορία της θεραπείας Γκεστάλτ (Gestalt)

Βασικός στόχος στη θεραπεία Γκεστάλτ είναι να αποκτήσει το άτομο επίγνωση αυτού που βιώνει και πράττει. Μέσα από τη διαδικασία αυτής της επίγνωσης, το  άτομο κερδίζει την κατανόηση του εαυτού του και του περιβάλλοντός του. Γνωρίζει τη δυνατότητα για αλλαγή και την ικανότητά του να κάνει επιλογές, ώστε να ζει μια αυθεντική, με νόημα ζωή. Οι θεραπευτές Γκεστάλτ είναι παρόντες στη θεραπευτική διαδικασία, όπου το εγώ / εσύ αποτελεί βασική αξία σε μια θεραπευτική σχέση που βασίζεται στη γνήσια επαφή και όχι σε μια ερμηνεία του θεραπευτή ή στη χρήση στείρων τεχνικών. Η θεωρία χρησιμοποιεί τις αρχές της Φαινομενολογίας – εστιάζει, δηλαδή, στην υποκειμενική αντίληψη του ατόμου και της πραγματικότητάς του, έτσι όπως την ερμηνεύει το ίδιο.  Είναι υπαρξιακή, συγκεντρώνει την προσοχή της στο εδώ και τώρα, και δίνει έμφαση σε αυτό που συμβαίνει, τη στιγμή που συμβαίνει. Είναι βιωματική, γιατί ο θεραπευτής επικεντρώνεται στο τι αισθάνεται το άτομο, πώς αισθάνεται, πώς νοηματοδοτεί τον εαυτό του, τις σκέψεις του και τις πράξεις του, και πώς αλληλεπιδρά με το περιβάλλον του. Είναι διαλογική, καθώς ο θεραπευτής ενδιαφέρεται να οικοδομήσει έναν αυθεντικό διάλογο με τον θεραπευόμενο στην πορεία του οποίου επιδιώκει να τον συναντήσει, θεωρώντας αυτόν τον διάλογο ως παράγοντα εξέλιξης και θεραπείας.

Η φιλοσοφία Γκεστάλτ είναι τρόπος σκέψης, τρόπος ζωής που μας επιτρέπει την αυθεντικότητα και τη δημιουργικότητα. Μας διδάσκει να αναλογιζόμαστε, να συνειδητοποιούμε, να αποκτούμε συνειδητότητα του εαυτού μας, να αποκτούμε αυθεντική σχέση με τον εαυτό μας, και όλα αυτά να μας βοηθούν ώστε να συναντούμε τους άλλους γύρω μας με ειλικρινή διάθεση και πρόθεση συνεκτικότητας στην ολότητά μας και στην ολότητά τους!

Τι σημαίνει Γκεστάλτ;

Υπάρχουν πολλές ερμηνείες όπως διαμόρφωση ή δομή, αλλά η επικρατέστερη είναι ολότητα. 
Πριν από τη θεραπεία Γκεστάλτ, υπήρξε το φιλοσοφικό ρεύμα Γκεστάλτ, με ιδρυτή τον Max Wertheimer, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι η ανθρώπινη αντίληψη λειτουργεί ολιστικά. Δηλαδή, για να αντιληφθούμε μια κατάσταση, ένα πρόσωπο ή μια μελωδία συνθέτουμε τα επιμέρους στοιχεία σε μεγαλύτερα σύνολα, ώστε να βγάλουμε ένα νόημα.
 Οικοδομώντας γνωστικο-συναισθηματικά ένα Γκεστάλτ δίνουμε νόημα σε αυτό που μας συμβαίνει. Για παράδειγμα, για να νοηματοδοτήσουμε τη σχέση μας με ένα άτομο, χρειάζεται να γνωρίσουμε ποιες πλευρές της μας ικανοποιούν και ποιες μας δυσαρεστούν.
Ιδρυτές – επιρροές

Ιδρυτές της θεραπείας Γκεστάλτ είναι οι Perls, Hefferline και Goodman. 
Μεγαλύτερη προσωπικότητα από τους τρεις υπήρξε ο Perls, Γερμανοεβραίος που γεννήθηκε στο Βερολίνο το 1893 και πέθανε το 1970. 
Γιατρός στο επάγγελμα, εκπαιδεύτηκε σαν ψυχαναλυτής από τον Reich υπό την εποπτεία της Karen Horney.
 Το μεγαλύτερο μέρος θεραπείας Γκεστάλτ προήλθε από διάφορες συνθέσεις ψυχολογικών θεωριών και φιλοσοφικών ρευμάτων, όπως των Freud, Reich, Friedlander, Moreno, την ψυχολογία Γκεστάλτ και τον υπαρξισμό. Η θεραπεία Γκεστάλτ υιοθέτησε τη θέση της ψυχανάλυσης, όπου μια δυαδική σχέση ή μια ομαδική συντελεί ώστε τα άτομα να αποκτήσουν συνείδηση ή επίγνωση των συναισθημάτων, βιωμάτων και συμπεριφορών τους. Μία από τις βασικές διαφοροποιήσεις του Perls από τον Freud ήταν ότι, κατ’ αυτόν, εκείνο που έχει σημασία για τη θεραπεία είναι το τωρινό βίωμα του ατόμου και όχι τα παιδικά βιώματα, όπως υποστήριζε ο Freud. Ο Perls υιοθέτησε τις θέσεις του Reich όσον αφορά τη σημασία των αισθήσεων του σώματος, ως προς την ανάπτυξη της επίγνωσης στη θεραπεία, καθώς ο Reich θεωρούσε ότι τα απαράδεκτα συναισθήματα μετουσιώνονται σε μυϊκές εντάσεις: είναι αυτό που ονόμασε μηχανισμό μυϊκής θωράκισης. Από τον Friedlander υιοθέτησε τη θέση περί πολώσεων των αντιθέτων, ότι δηλαδή αν κάποιο άτομο παγιδευτεί σε μια πόλωση αποκτά μονόπλευρη άποψη για τη ζωή και χάνει την ψυχολογική του ισορροπία. Από το ρεύμα της Γκεστάλτ υιοθέτησε τις θέσεις ότι η πραγματικότητα γίνεται κατανοητή σαν όλο και αντιδρούμε συνολικά σε αυτήν σαν ύπαρξη, δηλαδή ότι κάθε πλευρά του ατόμου μπορεί να θεωρηθεί ως εκδήλωση του συνόλου. Με τον τρόπο αυτό, εκείνο που κάνουν τα άτομα παρέχει πολλές πληροφορίες για το τι νιώθουν, σκέφτονται ή λένε. 
Επίσης, αποδέχθηκε την άποψη ότι από το σύνολο της αντιληπτικής πραγματικότητας του ατόμου, που ονομάζεται φόντο, αναδύονται σχήματα που διαδέχονται το ένα το άλλο, όπου κάθε προηγούμενο σχήμα επανέρχεται στο φόντο. Αυτή η διαδοχική ροή των σχημάτων πολλές φορές αφήνει ανολοκλήρωτες μορφές ή, αυτό που λέγεται στη θεραπεία, μισοτελειωμένες υποθέσεις, δηλαδή καταστάσεις στις οποίες το άτομο δεν έχει κλείσει τους κύκλους του, οπότε ένα κομμάτι του παραμένει δεσμευμένο.
 Ο οργανισμός έχει την τάση να ολοκληρώνει μια κατάσταση ή μια συναλλαγή που δεν έχει τελειώσει.

Η άρνηση των συναισθημάτων είναι ο μηχανισμός που χρησιμοποιούν τα άτομα για να εμποδίσουν τον εαυτό τους να ολοκληρώσουν τις μισοτελειωμένες υποθέσεις. Πολλές ιδιαίτερες συμπεριφορές υιοθετούνται από το άτομο, ενδεικτικές μισοτελειωμένων καταστάσεων, όπως το κλαψούρισμα, η γκρίνια, η αυτολύπηση κ.λπ. 
Ο Perls υιοθέτησε τις θέσεις του υπαρξισμού όσον αφορά τις έννοιες της προσωπικής ευθύνης, της παρούσας στιγμής και της επίγνωσης, οι οποίες συνοψίζονται στις εξής:

Πρέπει να συντελεστεί η μετάβαση από την εξάρτηση, σε σχέση με το περιβάλλον, στην αυτοϋποστήριξη.

Η  συσχέτιση και η ερμηνεία της τωρινής συμπεριφοράς, βάσει παλαιών βιωμάτων, οδηγεί σε στρεβλώσεις και παρερμηνείες που απομακρύνουν τελικά από το τωρινό βίωμα.

Αυτό που έχει σημασία είναι η επίγνωση της συμπεριφοράς και των εμπειριών στο εδώ και τώρα, σαν διαδικασία.

Πυρήνας της θεραπείαs Γκεστάλτ (Gestalt)

Ο πυρήνας της ψυχοθεραπείας Γκεστάλτ είναι η αύξηση της επίγνωσης, δηλαδή με συγκεκριμένο τρόπο η αφύπνιση της ευθύνης για αυτό που τα άτομα αισθάνονται, σκέφτονται και κάνουν στο εδώ και τώρα.
 Έτσι, τα άτομα αντιλαμβάνονται τη ζωή όπως είναι τώρα και μπορούν να αναλάβουν οποιαδήποτε δράση για να την αντιμετωπίσουν.
 Με τον τρόπο αυτό προτρέπονται να αποκτήσουν επίγνωση του γεγονότος ότι αποφεύγουν το προφανές, δηλαδή τα συναισθήματα και τις επιθυμίες τους. Αν νιώθεις κάποιο συναίσθημα που σε ενοχλεί και δεν μπορείς να το διώξεις, στην πραγματικότητα δεν έχεις καμιά εξουσία επάνω του. Αλλά αν το δεις, έχεις μια άλλη στάση απέναντί του. Με αυτή τη μέθοδο της Γκεστάλτ γίνεσαι πιο δυνατός ψυχικά, χωρίς να αλλάξεις το ίδιο το συναίσθημα. Η μέθοδος βοηθάει να αναπτυχθεί η σιγουριά. Για να αλλάξει ένα συναίσθημα, πρέπει να αλλάξει η πραγματικότητα. 
Ένας άλλος στόχος είναι να έρθει το άτομο σε επαφή με τον υγιή πυρήνα του, ώστε να ενισχυθούν οι τάσεις για αυτορρύθμιση και αυτοδιάθεση.
 Στη διαδικασία το άτομο έρχεται αντιμέτωπο με την αυξανόμενη επίγνωση, καθώς χρειάζεται να περάσει μέσα από στάδια δόμησης ενός ψευδο-εαυτού για να φτάσει στην έκρηξη και την αποδόμηση, και τελικά στη συνειδητοποίηση ότι οι ίδιοι οι άνθρωποι εμποδίζουν τους εαυτούς τους να αξιοποιήσουν το σύνολο του δυναμικού τους. 
Ένας άλλος στόχος του θεραπευτή είναι να γεφυρώσει τα κενά που υπάρχουν στην εμπειρία του ατόμου.

Η επαφή σαν στοιχείο θεραπείας στην Γκεστάλτ

Ένα από τα πιο σημαντικά στοιχεία της θεραπείας είναι η επαφή. 
Η επαφή είναι το όριο ή το σημείο συνάντησης του ατόμου με το περιβάλλον και τον εαυτό του. 
Υπάρχουν τριών ειδών επαφές: η εσωτερική, η διαπροσωπική και η διεθνής.
 Η βελτίωση και των τριών καταλήγει:
α) στην ενσωμάτωση εσωτερικών αντιφάσεων,  β) στην αναγνώριση της διαφορετικότητας του άλλου και γ) στην καλύτερη ακρόαση της άλλης πλευράς, αντίστοιχα.
Ο θεραπευτής είναι επιφορτισμένος, μέσα από ερωτήσεις προς τον θεραπευόμενο, να καταλάβει πού βρίσκεται το αντιληπτικό πεδίο του, ώστε να τον καλεί να κάνει μια συνάντηση. Σύμφωνα με τη Γκεστάλτ υπάρχουν 5 μηχανισμοί που εμποδίζουν την  αυθεντική συνάντηση:

1. Η προβολή
2. Η ενδοβολή
3. Η συμβολή
4. Η αναστροφή
5. Η ανάκλαση

Γκεστάλτ στην πράξη

Πριν της εφαρμογή της θεωρίας Γκεστάλτ στην πράξη, απαραίτητη προϋπόθεση είναι η αφιέρωση αρκετού χρόνου, εκ μέρους του θεραπευτή, σε θέματα σχετικά με την προσωπική του ανάπτυξη. Η προσωπικότητα του θεραπευτή επηρεάζει την ποιότητα της σχέσης και αλληλεπίδρασης με τον θεραπευόμενο. Ο ψυχοθεραπευτής πρέπει να επιτρέπει στα ταλέντα και στις δεξιότητές του να έρθουν και να ταιριάξουν φυσιολογικά μέσα στη σχέση με τον θεραπευόμενο. 
Δεν υπάρχει ένας μόνο «σωστός» τρόπος για να χρησιμοποιηθούν οι τεχνικές. Στη θεραπεία Γκεστάλτ υπάρχει μια ευρεία ποικιλία τεχνικών που μπορούν να χρησιμοποιηθούν, ώστε να ενισχυθεί αυτό που αισθάνεται ο θεραπευόμενος στο παρόν. Εναπόκειται στη δεξιοτεχνία του ψυχοθεραπευτή να προσαρμόζει μια τεχνική στην εκάστοτε περίσταση.

Τεχνικές επίγνωσης

Α) Λεκτική επικοινωνία.

• Δηλώσεις στο πρώτο ενικό πρόσωπο
Ζητείται από τον θεραπευόμενο να επαναλάβει μια πρόταση ή να αντικαταστήσει έναν απρόσωπο όρο με το «εγώ».  Αυτό τον οδηγεί σε άμεσα υποκειμενικές δηλώσεις, για παράδειγμα αλλαγή της απρόσωπης γλώσσας όπου χρησιμοποιούνται τα «κάποιος», «εκείνος», «εμείς», με χρήση του «εγώ».
 Με τη χρήση του πρώτου ενικού προσώπου, ο θεραπευόμενος βοηθιέται να γίνει υπεύθυνος για τις σκέψεις, τα συναισθήματα και τη συμπεριφορά του. Παύει να κατηγορεί τις εξωτερικές δυνάμεις για την ανεπάρκειά του. Μέσα σε μια ομάδα, ο θεραπευόμενος δεν επιτρέπεται να μιλά για τους άλλους, παρά μόνο για τον εαυτό του.

• Αποφυγή τροποποιητικών και διστακτικών στοιχείων
Εκφράσεις που εμπεριέχουν τροποποιητικά στοιχεία, όπως «ίσως», «μπορεί», «υποθέτω», «κάπως έτσι», «πιθανόν», «νομίζω», «λιγάκι», δηλώνουν ότι ο θεραπευόμενος αποφεύγει να εμπλέξει τον εαυτό του σε σκέψεις, συναισθήματα και ενέργειες. Αποφεύγει να βιώσει ολόκληρη της απογοήτευσή του. Επαναλαμβάνοντας τη γλώσσα που χρησιμοποιήθηκε ή ζητώντας μέσα από τον θεραπευόμενο την αποφυγή, ο θεραπευτής αυξάνει την επίγνωση του τρόπου με τον οποίο τα διστακτικά στοιχεία μειώνουν την επικοινωνία (π.χ. Θεραπευόμενος: «Θα έπρεπε να μιλήσω στην …
» Θεραπευτής: «Θα έπρεπε;» 
Θεραπευόμενος: «Θα μιλήσω στην …»).

• Χρήση ενεργητικής φωνής
Χρησιμοποιώντας παθητική φωνή, ο θεραπευόμενος αποφεύγει την ευθύνη για τη συμπεριφορά του. Ο ψυχοθεραπευτής τού ζητά να επαναδιατυπώσει την πρότασή του χρησιμοποιώντας ενεργητική φωνή 
π.χ. Θεραπευόμενος: «Αποκλείομαι εντελώς σε μια συζήτηση, όταν μιλούν για μαγειρική». 
Θεραπευτής: «Προσπάθησε να πεις ‘αποκλείω τον εαυτό μου’ και σκέψου πώς το βιώνεις». Θεραπευόμενος: «Αποκλείω… τον εαυτό μου. Νομίζω ότι στην πραγματικότητα εγώ κρατώ τον εαυτό μου έξω από τη συζήτηση».

• Αλλαγή ρημάτων
Η χρήση ορισμένων ρημάτων κάνει τους θεραπευόμενους να πιστεύουν ότι κάποιες πράξεις είναι έξω από τον έλεγχό τους. Αν αλλάξουν αυτά τα ρήματα, γίνεται ολοφάνερη η απροθυμία τους να κάνουν ορισμένα πράγματα.
 Οι θεραπευόμενοι αντιλαμβάνονται ότι έχουν επιλογές στη ζωή τους. Για παράδειγμα, αλλαγή τού «δεν μπορώ» σε «δεν θα». 
Θεραπευόμενος: «Δεν μπορώ να τον συναντήσω γι’ αυτό που μου ‘κανε».
 Θεραπευτής: «Προσπάθησε να πεις ‘δεν θα τον συναντήσω'». Θεραπευόμενος: «Δεν θα τον συναντήσω για αυτό που μου έκανε. Αυτό είναι αλήθεια. Δεν θα τον συναντήσω ποτέ».
 Αυτό βοηθά τον θεραπευόμενο να αναγνωρίσει και να αποδεχτεί τη δύναμη του, αναλαμβάνοντας την ευθύνη για τις αποφάσεις του.
 Επίσης, οι λέξεις «οφείλω», «πρέπει», «υποθέτω»  οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο θεραπευόμενος έχει υιοθετήσει συμβουλές ή πρότυπα συμπεριφοράς από άλλους ανθρώπους, γεγονός που δείχνει ότι δεν μπορεί να αποφασίσει τι θέλει για τον εαυτό του και ότι είναι επιρρεπής στον έλεγχο. Ο ψυχοθεραπευτής θα προσπαθήσει να αυξήσει την επίγνωσή του,  ζητώντας του να αντικαταστήσει το «πρέπει» με το «διαλέγω να».    Θεραπευόμενος: «Πρέπει να περάσω τις γιορτές του Πάσχα με τους γονείς μου».
 Θεραπευτής: «Μπορείς να πεις ‘διαλέγω’ να περάσω τις γιορτές του Πάσχα με τους γονείς μου; » Θεραπευόμενος: «Ναι. Διαλέγω να περάσω το Πάσχα με τους γονείς μου και την Πρωτομαγιά με τους φίλους μου». Επίσης, προτείνεται αντικατάσταση του «χρειάζομαι» με το «θέλω» και του «δεν μπορώ» με το «διαλέγω να μην».

• Αλλαγή ερωτήσεων σε δηλώσεις
Θέτοντας μία ερώτηση ο θεραπευόμενος, στην ουσία ζητά από τον ψυχοθεραπευτή να τον βγάλει από τη δύσκολη θέση. Ο θεραπευτής, αντί να δώσει μια απάντηση ή μια ερμηνεία, του ζητά να εξερευνήσει ο ίδιος το εσωτερικό πλαίσιο αναφοράς του, για να ανακαλύψει μόνος του αυτό που υπολανθάνει.
 Θεραπευόμενος: «Γιατί νιώθω έτσι;» Θεραπευτής: «Εσύ γιατί νομίζεις;» Θεραπευόμενος: «Νομίζω ότι νιώθω έτσι επειδή…»

• Ακρίβεια στην έκφραση
Όταν ο θεραπευόμενος μιλά γενικά και αόριστα, ο ψυχοθεραπευτής τον παρακινεί να αναφερθεί σε συγκεκριμένα παραδείγματα. Έτσι, τον φέρνει σε θέση να συγκεντρωθεί σε ένα συγκεκριμένο θέμα και ταυτόχρονα να καθοδηγεί μόνος του τον εαυτό του.

• Απαιτήσεις
Ένας άλλος τρόπος για να επιτευχθεί ακρίβεια στην έκφραση είναι η ικανότητα του θεραπευόμενου να εκφράζει τις απαιτήσεις του στους άλλους. Θεραπευόμενος: «Θα προτιμούσα να επιστρέψει ο σύζυγός μου νωρίς αύριο». Θεραπευτής: «Θα προτιμούσες ή θέλεις;» Θεραπευόμενος: «Θέλω να έρθει νωρίς». Θεραπευτής: «Μπορείς να του το πεις;» Θεραπευόμενος: «Γιώργο, θέλω αύριο να είσαι στο σπίτι στις 6 μ.μ., γιατί έχω να επισκεφτώ την αδερφή μου».

• Αλλαγή της μορφής των ερωτήσεων
Ο ψυχοθεραπευτής Gestalt διαλέγει προσεκτικά τη μορφή των ερωτήσεων που απευθύνει στον θεραπευόμενο. Αποφεύγει ερωτήσεις που ενθαρρύνουν εκλογικεύσεις και διανοητικοποιήσεις. Αποφεύγει το «γιατί» και το αντικαθιστά με το «πώς» και με το «τι», όπου αυξάνονται οι πιθανότητες να οδηγηθεί ο θεραπευόμενος στην επίγνωση των συναισθημάτων που συνδέονται με κάποια εμπειρία, καθώς επίσης και στην αύξηση της επίγνωσης των αισθήσεων και της συμπεριφοράς.

• Επικέντρωση στο παρόν
Α) Ο ψυχοθεραπευτής ζητά από τον θεραπευόμενο να παρακολουθεί αυτό που βιώνει τη συγκεκριμένη στιγμή. Ο ρόλος του θεραπευτή είναι να βοηθά εδώ και τώρα, και να αποτρέπει τον θεραπευόμενο από κάθε απόπειρα να ξεφύγει από αυτό. Να επιστρέψει στη βίωση του παρόντος. Να ζήσει ξανά τα συναισθήματα που συνδέονται με τα γεγονότα. Ακόμη και οι περιγραφές περασμένων καταστάσεων μπορούν να επικεντρωθούν στο παρόν, αν ζητηθεί από τον θεραπευόμενο να πει την ιστορία του στον ενεστώτα.
 Τα παλιά προβλήματα πρέπει να κλείσουν στον παρόν.
 Αν αντιμετωπιστούν με τον κατάλληλο τρόπο, δεν θα επιδράσουν ξανά στην καθημερινή ζωή του θεραπευόμενου. Μέσα από την επίγνωση του παρόντος, οι μισοτελειωμένες καταστάσεις εμφανίζονται και περατώνονται. Επικέντρωση στο παρόν σημαίνει ότι ο θεραπευόμενος αποκτά επίγνωση των κινήσεων, της φωνής, της αναπνοής, των αισθήσεών του
.

Β) Μη λεκτική επικοινωνία.

Το σώμα στη θεραπεία Γκεστάλτ έχει εξαιρετική σημασία. 
Η επίγνωση του σώματος διευκολύνεται με τους εξής τρόπους:

• Εκμαιεύοντας σωματικές αισθήσεις από τον θεραπευόμενο
Ο θεραπευτής ζητά από τον θεραπευόμενο να στρέψει την προσοχή του στο σώμα του και να συνειδητοποιήσει, να εντοπίσει τις περιοχές όπου υπάρχει κάποια ένταση. Του ζητάει να αυξήσει την επίγνωση για κάθε κομμάτι του σώματός του. Μεγάλη σημασία για την επίγνωση του σώματος έχει ο τρόπος που αναπνέουμε. Ο θεραπευτής μπορεί ακόμη να του ζητήσει να κλείσει τα μάτια του και να χαλαρώσει, για να τον βοηθήσει σε αυτή του την προσπάθεια.

• Ορίζοντας το συναίσθημα
Ο θεραπευτής ζητά από τον θεραπευόμενο να εντοπίσει ένα συναίσθημα στο σώμα του και να το περιγράψει. Να αναγνωρίσει το μέγεθος, το χρώμα ή την υφή του. Ακόμη και να δώσει φωνή στο συναίσθημα, επιτρέποντάς του να μιλήσει, να εκφραστεί.

• Δίνοντας ανατροφοδότηση στον θεραπευόμενο
Ο θεραπευτής Γκεστάλτ, όταν παρατηρεί τη μη λεκτική συμπεριφορά του θεραπευόμενου, του γνωστοποιεί αυτά που εντοπίζει πάνω του (
π.χ. Θεραπευτής: «Παρατηρούσα ότι, καθώς μιλάς, σφίγγεις τις γροθιές σου. Το ξέρεις ότι το κάνεις;»).

• Αναπαριστάνοντας τη γλώσσα του σώματος του θεραπευόμενου
Ο θεραπευτής αναπαριστά τη γλώσσα του σώματος του θεραπευόμενου.

• Εκδραμάτιση
Οι εκδραματίσεις βασίζονται στην αρχή ότι η μάθηση απαιτεί δράση. Μετατρέπουν τις διηγήσεις σε πράξεις, τις αναμνήσεις και θεωρητικοποιήσεις σε πλήρη παρουσία του ατόμου, στο εδώ και τώρα. Το άτομο έχει πιο πολλές πιθανότητες να κάνει ανακαλύψεις όταν συμμετέχει σε ένα γεγονός, παρά όταν απλώς μιλά για αυτό.
 Είναι μια απόπειρα να αντιμετωπιστεί το αδιέξοδο της διήγησης, φέρνοντας τη δράση μέσα στο δωμάτιο της θεραπείας. Η διήγηση γίνεται πράξη. 
Μία εκδραμάτιση μπορεί να πάρει πολλές μορφές και εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη δημιουργικότητα του θεραπευτή. 
Οι σημαντικότερες εκδραματίσεις είναι:

• Άδεια καρέκλα
Ο θεραπευόμενος κάθεται απέναντι σε μια άδεια καρέκλα με την οποία πραγματοποιεί έναν συναισθηματικό διάλογο. Φαντάζεται ότι στην άδεια καρέκλα κάθεται μια άλλη πλευρά της προσωπικότητάς του ή κάποιο άλλο σημαίνον πρόσωπο της ζωής του. Κάθεται εναλλάξ στις δύο καρέκλες, εκφράζοντας την κάθε πλευρά και μιλώντας εκ μέρους της κάθε φορά. Η αλλαγή θέσης και ρόλων μπορεί να συνεχιστεί για αρκετές φορές. Η τεχνική αυτή χρησιμοποιείται για να διευκρινίσει και τις δύο πλευρές μιας αλληλεπίδρασης ή σύγκρουσης. Με τον τρόπο αυτό, οι δύο πλευρές μπορεί είτε να αλληλοσυμπληρωθούν και να οδηγηθούν στην ολοκλήρωση είτε να ανταγωνισθούν και να απομονωθούν η μία από την άλλη. Ύστερα από την αλληλεπίδραση αυτή, πραγματοποιείται μια αναδιοργάνωση. Στόχος δεν είναι να επιτευχθεί αναγκαστικά μια «γκρίζα» σύνθεση, αλλά να εκφράσει η κάθε πλευρά τις ανάγκες και τις επιθυμίες της. Ο θεραπευτής Γκεστάλτ πρέπει να έχει πίστη στην αυτορρύθμιση του θεραπευόμενου.
 Παραλλαγή αυτής της εκδραμάτισης είναι η «θερμή καρέκλα», που διαδραματίζεται στο πλαίσιο της ομαδικής συνάντησης, ανάμεσα στον θεραπευτή και τον θεραπευόμενο, και όπου η «επιπλέουσα θερμή καρέκλα» είναι αυτή στην οποία ο θεραπευτής ενσωματώνει την αυθόρμητη συμμετοχή και άλλων μελών της ομάδας, πέρα από τον αρχικό και κύριο εθελοντή.

• Το παίξιμο της προβολής
Ο θεραπευόμενος μεταφέρει την ευθύνη των πράξεών του έξω από τον εαυτό του, προβάλλοντάς την πάνω στους άλλους. Η προσοχή του είναι στραμμένη στο περιβάλλον, το οποίο κατηγορεί για τη ζωή του. Σε αυτή την περίπτωση, η πιο ισχυρή μέθοδος αναγνώρισης των προβολών είναι να παιχτούν ρόλοι μπροστά στην ομάδα. Ο θεραπευτής βάζει τον θεραπευόμενο να διαδραματίσει έναν διάλογο ανάμεσα στο εαυτό του και σ” αυτόν στον οποίο προβάλλει την ευθύνη, παίζοντας ο ίδιος δύο ρόλους εναλλάξ.

• Οι τεχνικές της πρόβας
Χρησιμοποιούνται για να μπορέσει ο θεραπευόμενος να διαμορφώσει αντιδράσεις στις εμπειρίες οι οποίες τον δυσκολεύουν.
 Ξαναζωντανεύει μια κατάσταση στο «τώρα», με τον τρόπο ακριβώς που αυτός τη βιώνει στην πραγματική του ζωή.
 Διεξάγεται ένα θεατρικό δρώμενο, αναπαριστώντας τους ρόλους και τις συνθήκες, με τη συμμετοχή των μελών της ομάδας.

• Η εξάλειψη της ενδοβολής
Οι άνθρωποι που έχουν ενδοβολές έχουν πάρει μέσα τους κάτι που δεν αφομοίωσαν ποτέ ως κομμάτι του εαυτού τους. Είναι ένα ξένο σώμα και πρέπει να αποβληθεί. Η χρήση της άδειας καρέκλας δίνει την δυνατότητα να εξωτερικοποιηθεί η ενδοβολή. Τοποθετώντας στην άδεια καρέκλα το άτομο από το οποίο ο θεραπευόμενος δέχθηκε την ενδοβολή, αποκτά επίγνωση αυτής.

• Τεχνικές αντιστροφής
Δίνεται η δυνατότητα στον θεραπευόμενο να επιδείξει μια συμπεριφορά αντίθετη από την συνηθισμένη του. Του ζητείται να πάει κόντρα στη συνήθεια, στο βόλεμα ή στην αδυναμία του. Για παράδειγμα, μπορεί να ζητηθεί από κάποιο ντροπαλό άτομο να μιλήσει στην ομάδα δυνατά.

Όνειρα και φαντασιώσεις

Τα διάφορα μέρη του ονείρου αποτελούν αποσπάσματα (μέρη) της προσωπικότητας του θεραπευόμενου, ο οποίος καλείται να παίξει όλους τους ρόλους, να γίνει όλοι οι άνθρωποι, τα πράγματα, τα μέρη και οι πράξεις του ονείρου. Καλείται να βιώσει ξανά το όνειρο, εξιστορώντας το δυνατά, στον ενεστώτα.
 Οι φαντασιώσεις μπορούν να θεωρηθούν ως τα όνειρα που κάνουμε όταν είμαστε ξύπνιοι. Τα δουλεύουμε και τα επεξεργαζόμαστε με τον ίδιο τρόπο όπως και τα όνειρα.

Ψυχανάλυση

Από τη δεκαετία του 1890 ως τον θάνατό του το 1939, ο Αυστριακός γιατρός Σίγκμουντ Φρόιντ (Sigmund Freud) ανέπτυξε την «ψυχανάλυση», που συνδύαζε τη μέθοδο της διερεύνησης του μυαλού και την ερμηνεία της εμπειρίας.

Hall, Freud and Jung  | Κέντρο ΠΝΟΗ, Ψυχανάλυση-Ψυχοθεραπεία στη Γλυφάδα-Βούλα
Hall, Freud and Jung

Συστηματοποίησε ένα σύνολο θεωριών για την ανθρώπινη συμπεριφορά και σχημάτισε μια μορφή ψυχοθεραπείας για τη θεραπεία της ψυχολογικής ή συναισθηματικής δυστυχίας, ιδιαίτερα της κρίσης του ασυνειδήτου. Η ψυχαναλυτική θεωρία του Φρόιντ βασίστηκε στις ερμηνευτικές μεθόδους, στην ενδοσκόπηση και σε κλινικές παρατηρήσεις. Έγινε ευρύτερα γνωστός επειδή μίλησε ανοιχτά για «γαργαλιστικά» θέματα, όπως η σεξουαλικότητα, η καταστολή και το ασυνείδητο μυαλό ως γενικές πτυχές της ψυχολογικής εξέλιξης. Αυτά τα θέματα αποτελούσαν ταμπού, στην εποχή του τουλάχιστον. Ο Φρόιντ αποτέλεσε τον καταλύτη για ανοικτή συζήτησή τους στην «ευγενή» κοινωνία. Κλινικά, ο Φρόιντ καινοτόμησε με τη μέθοδο του ελεύθερου συνειρμού και έδειξε ένα θεραπευτικό ενδιαφέρον για την ερμηνεία των ονείρων.

Ο Φρόιντ άσκησε σημαντική επιρροή στον Ελβετό ψυχαναλυτή Καρλ Γκούσταβ Γιουνγκ (Carl Jung), του οποίου η Αναλυτική Ψυχολογία αποτέλεσε την εναλλακτική από τη βαθιά ψυχολογία. Στους πολύ γνωστούς ψυχαναλυτικούς μελετητές των μέσων του 20ού αιώνα περιλαμβάνονταν ψυχαναλυτές, ψυχολόγοι, ψυχίατροι και φιλόσοφοι. Ανάμεσά τους ο Έρικ Έρικσον (Erik Erikson), η Μελανί Κλέιν (Melanie Klein), ο Ντόναλντ Γουίνικοτ (Donald Winnicott), ο Κάρεν Χόρνεϋ (Karen Horney), ο Έριχ Φρομ (Erich Fromm), ο Τζον Μπόουλμπυ (John Bowlby) και η Άννα Φρόιντ (Anna Freud), η κόρη του Σίγκμουντ Φρόιντ. Κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα, η ψυχανάλυση εξελίχθηκε σε διαφορετικές σχολές σκέψης, οι περισσότερες από τις οποίες μπορούν να θεωρηθούν ως νεοφροϊδικές.

Κέντρο ΠΝΟΗ

Κέντρο ΠΝΟΗ | Ψυχοθεραπεία, Γλυφάδα - Βούλα | Wundt Research Group

Η Ψυχολογία είναι η ακαδημαϊκή και εφαρμοσμένη επιστήμη που ασχολείται με την επιστημονική μελέτη της συμπεριφοράς, κατ’ αρχάς των ανθρώπων (αν και επεκτάθηκε και στην αντίστοιχη μελέτη της συμπεριφοράς και των ζώων, κυρίως των ανώτερων θηλαστικών, τόσο αυτοτελώς, όσο και συγκριτικά με τους ανθρώπους), αλλά και με τις λειτουργίες του οργανισμού που σχετίζονται με συμπεριφορά. Η ψυχολογία έχει ως άμεσο στόχο την κατανόηση της συμπεριφοράς των ανθρώπων ως ατόμων και ως ομάδων, και προσπαθεί να εξαγάγει γενικές αρχές, αλλά και να ερευνήσει ειδικές περιπτώσεις με τελικό στόχο το κοινωνικό όφελος.

Σ’ αυτό το πεδίο, ένας επαγγελματίας που ασκεί πρακτικά την Ψυχολογία ή που ασχολείται σε ερευνητικό επίπεδο ονομάζεται ψυχολόγος και μπορεί να ταξινομηθεί ως κοινωνικός, συμπεριφορικός ή γνωστικός επιστήμονας. Οι ψυχολόγοι προσπαθούν να κατανοήσουν τον ρόλο με τον οποίο οι άνθρωποι λειτουργούν τόσο ως ανεξάρτητες μονάδες, όσο και ως μονάδες της κοινωνίας, καθώς και να εξερευνήσουνν τις φυσιολογικές και βιονευρολογικές διεργασίες που αποτελούν τη βάση συγκεκριμένων συμπεριφορών. Η Ψυχολογία στη σύγχρονη εποχή αναφέρεται ως επιστήμη κυρίως της συμπεριφοράς και των νοητικών διεργασιών, μη ασχολούμενη με την ψυχολογία του βάθους.

Το Κέντρο ΠΝΟΗ ιδρύθηκε με σκοπό την πρόληψη, διαχείριση και αντιμετώπιση προβλημάτων που βιώνει ο σύγχρονος άνθρωπος στην καθημερινότητά του.

Το κοινωνικό – ψυχολογικό πλαίσιο στο οποίο εκτίθεται ο σύγχρονος άνθρωπος είναι αρκετά περίπλοκο.  Οι δυσκολίες του ασκούν πίεση στον άνθρωπο, ο οποίος καλείται να επαναπροσδιορίζει διαρκώς τη σχέση με τον εαυτό του και το περιβάλλον του σε γρήγορους ρυθμούς. Ως αποτέλεσμα των κοινωνικών – ψυχολογικών συγκρούσεων, το άτομο βρίσκεται σε συνεχή εγρήγορση, ώστε να μπορεί να αντιμετωπίζει και να διαχειρίζεται εποικοδομητικά τις προκλήσεις που προκύπτουν.

Ο άνθρωπος, προικισμένος από τη φύση του, κινητοποιείται προς μια θετική κατεύθυνση αξιοποιώντας τις ικανότητές του, τις δυνάμεις του και τη γνώση του, ώστε να  αντιμετωπίζει ικανοποιητικά και να διαχειρίζεται εποικοδομητικά τις προκλήσεις του περιβάλλοντός του. Υπάρχουν, όμως, και καταστάσεις που νιώθει τον εαυτό του παγιδευμένο, με αποτέλεσμα να βιώνει αρνητικά συναισθήματα, όπως φόβο, άρνηση, απόσυρση, θυμό ή θλίψη. Τα συναισθήματα, αρνητικά και θετικά, είναι απολύτως φυσιολογικές διεργασίες. Όταν, όμως, τα αρνητικά συναισθήματα γίνονται μόνιμες, παθογενείς καταστάσεις που βιώνουμε καθημερινά, τότε δυσκολεύουν την προσαρμογή μας, την ευελιξία μας και τη λειτουργικότητα μας σε προσωπικό, οικογενειακό, κοινωνικό ή επαγγελματικό επίπεδο.