Θυμός: εχθρός ή φίλος;

Η λέξη θυμός είναι αυτή που χρησιμοποιούμε για να εκφράσουμε σκέψεις, φυσιολογία και συμπεριφορές που συνδέονται με μια συγκινησιακή κατάσταση που βιώνουμε.

Ο θυμός είναι «μια συναισθηματική κατάσταση που ποικίλλει σε ένταση από τον ήπιο ερεθισμό μέχρι την έντονη οργή», σύμφωνα με τον Charles Spielberger, PHD, έναν ψυχολόγο που ειδικεύεται στη μελέτη του θυμού. 

Όπως και τα άλλα συναισθήματα, συνοδεύεται και αυτό από φυσικές και βιολογικές αλλαγές.  Όταν θυμώνουμε, ο καρδιακός μας ρυθμός και η αρτηριακή πίεση αυξάνονται, το ίδιο και τα επίπεδα των ορμονών μας, η αδρεναλίνη και η νοραδρεναλίνη.

Ο θυμός μπορεί να προκληθεί και από εξωτερικές και από εσωτερικές καταστάσεις. Θα μπορούσε να είναι θυμωμένος κάποιος με ένα συγκεκριμένο πρόσωπο (όπως έναν συνάδελφό του ή έναν επιβλέποντα) ή από ένα γεγονός (ένα μποτιλιάρισμα, μια πτήση που ακυρώνεται). Θυμός, όμως, μπορεί να προκληθεί από ανησυχία ή από σκέψεις για προσωπικά προβλήματα. Επίσης, αναμνήσεις από τραυματικά γεγονότα μπορούν να προκαλέσουν συναισθήματα θυμού.

Ο θυμός είναι βασικό συναίσθημα, μια συγκινησιακή κατάσταση που βιώνει ο άνθρωπος, όταν εσωτερικές ή εξωτερικές συνθήκες δεν του επιτρέπουν να εκτελέσει ή να ικανοποιήσει κάποια ανάγκη ή επιθυμία του.  Είναι απόλυτα φυσιολογική αντίδραση, όταν βιώνουμε καταστάσεις στις οποίες νιώθουμε υποτιμημένοι, ντροπιασμένοι, πληγωμένοι, αδικημένοι. Σε αυτές τις περιπτώσεις, ο θυμός μπορεί να είναι λειτουργικός, καθώς μας βοηθάει να αμυνθούμε, να προστατεύσουμε τον εαυτό μας ή και να συνειδητοποιήσουμε την ανάγκη για αλλαγή. Σε αρκετές περιπτώσεις ο θυμός μπορεί να έχει προστατευτικό χαρακτήρα. Έτσι, όταν οι συνθήκες προκαλούν λύπη, απογοήτευση ή πόνο, ο θυμός μπορεί να αποφορτίσει μια έντονη συναισθηματική κατάσταση. Όταν, όμως, λειτουργεί σαν μόνιμο μοτίβο μέσα από το οποίο αντιλαμβανόμαστε, κατανοούμε και λειτουργούμε στη ζωή μας και στις  σχέσεις μας, τότε έχει αρνητικές επιπτώσεις.

Θυμό όλοι βιώνουμε, αλλά είναι ιδιαίτερος για τον καθένα μας ο τρόπος που τον βιώνουμε, καθώς συνδέεται με γνωσιακά στοιχεία και γνωσιακές παραποιήσεις, με λεκτικά στοιχεία, συμπεριφορές και σωματικά ερεθίσματα.

Ο θυμός έχει βαθμίδες έντασης, διάρκεια, συχνότητα, λανθασμένες αντιλήψεις και γνωσιακές διαστρεβλώσεις, καθώς και σωματικές αλλαγές.

  1. Βαθμίδα έντασης: Κάποια επεισόδια μπορεί να είναι ήπια και άλλα δυνατά.
  2. Διάρκεια:  Άλλα επεισόδια μπορεί να έχουν σύντομης διάρκειας ένταση και άλλα να χτίζονται σταδιακά.
  3. Συχνότητα: Μερικοί άνθρωποι μπορεί να έχουν την τάση να θυμώνουν εύκολα, γρήγορα και με πολλές καταστάσεις.
  4. Σωματικές αλλαγές: Αλλαγές στη φυσιολογία, όπως εφίδρωση, τρέμουλο, μυϊκό σφίξιμο, σφίξιμο στο σαγόνι και πονοκέφαλος.
  5. Γνωσιακά λάθη (Διαστρεβλώσεις): Ο θυμός συνδέεται με λάθη στην αντίληψη ή γνωσιακά λάθη στη σκέψη.

Ο θυμός έχει ένταση, διάρκεια και διαφοροποιείται ανάλογα με τις καταστάσεις που αντιμετωπίζουμε, οπότε και μπορεί να εκδηλώνεται ως απλή ενόχληση μέχρι οργή και αγανάκτηση.

Για να κατανοήσουμε τον θυμό, θα πρέπει να θυμηθούμε ότι όλα τα ερεθίσματα που δέχεται το άτομο τείνουν να εκτιμηθούν και να αξιολογηθούν. Ο θυμός, όπως και άλλα βασικά συναισθήματα, αποτελεί τον μοχλό της κοινωνικής συναλλαγής μας με το περιβάλλον και τους άλλους. Θα πρέπει να επισημάνουμε τη διαφορά μεταξύ θυμού και εκδήλωσης θυμού, όπως είναι η εχθρότητα, καθώς στην πρώτη περίπτωση έχουμε να κάνουμε με συγκινησιακή κατάσταση, ενώ στη δεύτερη έχουμε σύνδεση και με συμπεριφορές που εκδηλώνονται όταν βιώνουμε θυμό. Όπως όλα τα συναισθήματα, η έκφραση του θυμού συνδέεται με το πολιτισμικό – κοινωνικό πλαίσιο του ατόμου. Για παράδειγμα, η έκφραση θυμού σε κάποιες κοινωνίες δεν είναι αποδεκτή ή δεν είναι κοινωνικά αποδεκτό συγκεκριμένα οι γυναίκες να εκφράζουν τον θυμό τους.

Στην  οικογένεια

Οι βασικές ανάγκες των ανθρώπων έχουν ως εξής:

  1. Ανάγκη για ασφάλεια (ασφάλεια, φροντίδα, αποδοχή και σταθερότητα)
  2. Αυτονομία, ικανότητα και αίσθηση του εαυτού
  3. Ελευθερία έκφρασης αναγκών και συναισθημάτων
  4. Αυθορμητισμός και παιχνίδι
  5. Ρεαλιστικά όρια και αυτοέλεγχος

Όταν οι βασικές ανάγκες του ατόμου δεν εκπληρώνονται ή παρεμποδίζονται επαναλαμβανόμενα, αναπόφευκτα αναζητούν την ικανοποίησή τους μέσα από ποικίλες άλλες διεξόδους, καθώς ο  οργανισμός προσπαθεί να υιοθετήσει τρόπους που θα βοηθήσουν την εκπλήρωσή τους. Αυτοέκφραση είναι η ελευθερία να εκφράζουμε τον εαυτό μας, τις ανάγκες μας, τα συναισθήματά μας, τις επιθυμίες μας. Αν το περιβάλλον μας επαναλαμβανόμενα αποθαρρύνει την αυτοέκφρασή μας και λειτουργεί τιμωρητικά κάθε φορά που εκδηλώνουμε τις ανάγκες μας, τις προτιμήσεις μας ή τα συναισθήματά μας, προκαλώντας μας τύψεις και ενοχές, αν οι συνθήκες στο οικογενειακό περιβάλλον προϋποθέτουν η αποδοχή μας να γίνεται με αυστηρούς όρους ή θέτει υψηλά κριτήρια στις ικανότητές μας, έχει μεγάλες προσδοκίες για την εκτέλεση των καθηκόντων ή λειτουργεί τιμωρητικά στο πρόσωπό μας, τότε είναι πολύ πιθανό να νιώθουμε θυμωμένοι.

Κάτω απο συγκεκριμένες συνθήκες, οι άνθρωποι, όταν θυμώνουν, είναι  δυνατόν να εκφράζουν τον θυμό τους υιοθετώντας επιθετικές συμπεριφορές προς τους άλλους,  να τον στρέφουν προς τον εαυτό τους ή να τον συγκρατούν, με αποτέλεσμα αυτός να συσσωρεύεται. Όταν ο θυμός δεν εκφράζεται, αλλά συσσωρεύεται, μπορεί να εξελιχθεί σε χρόνια κατάσταση που υποβόσκει και εκρήγνυται απροσδόκητα και ανεξέλεγκτα μερικές φορές. Η λανθασμένη έκφραση του θυμού μέσω επιθετικής ή βίαιης συμπεριφοράς και ο συγκρατημένος θυμός μπορεί να έχουν ψυχικές, σωματικές και κοινωνικές επιπτώσεις.

Μοντέλο θυμού

Για καλύτερη αντιμετώπιση του θυμού μας, χρειάζεται να τον κατανοήσουμε, να αναγνωρίσουμε τις παραμέτρους του και τον τρόπο που λειτουργεί.

1. ΑΦΟΡΜΕΣ/ ΓΕΓΟΝΟΤΑ/ ΕΡΕΘΙΣΜΑΤΑ
Εσωτερικές ή εξωτερικές συνθήκες και γεγονότα μπορεί να αποτελέσουν αφορμή για να θυμώσουμε. Αρνητικές συμπεριφορές των άλλων, δυσκολίες, αναμνήσεις, απογοητευτικά νέα,  ακόμη και ανεπιθύμητες εικόνες μπορεί να λειτουργήσουν ως αφορμές για να θυμώσουμε. Επίσης, οι λεκτικές συμπεριφορές των άλλων ή η σωματική τους εικόνα ενδέχεται να προκαλέσουν τον θυμό μας.

2. ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ (Γνωσιακά λάθη)
Ερμηνεία και αξιολόγηση των συμβάντων μπορεί να προκαλούν θυμό. Το μυαλό μας αντιλαμβάνεται, ερμηνεύει και νοηματοδοτεί τις εμπειρίες μας βασιζόμενο σε ένα σύστημα πεποιθήσεων (τα πιστεύω μας) που διαμορφώνεται μέσα από τις εμπειρίες ζωής. Στη συνέχεια, οι πεποιθήσεις μας  επηρεάζουν και διαμορφώνουν τα συναισθήματα και τη συμπεριφορά μας. Ως αποτέλεσμα του τρόπου σκέψης μας, μπορεί όταν είμαστε αναστατωμένοι να μεγενθύνουμε τις δυσκολίες που προκαλούν οι αρνητικές εμπειρίες, να επικεντρωνόμαστε μόνο στα αρνητικά στοιχεία των γεγονότων, δίχως να βλέπουμε τα θετικά στοιχεία, ακόμη και όταν υπάρχουν, και να υποθέτουμε το χειρότερο σενάριο, η εξέλιξη του οποίου μπορεί να επιφέρει ένα αρνητικό γεγονός. Ως αποτέλεσμα αυτών των πεποιθήσεων, ενδεχομένως να βιώνουμε αδικία και απογοήτευση, αξιολογώντας  αρνητικά τον εαυτό μας και τους άλλους, και να επεξεργαζόμαστε τα γεγονότα με τόση υπερβολή, ώστε να παύουν πλέον να είναι διαχειρήσιμα.

  • Κοινά γνωσιακά λάθη σκέψης
  • Απογοήτευση – Η ζωή δεν οδηγεί πουθενά
  • Ανάξιος – Δεν είμαι σημαντικός
  • Αποδυναμωμένος– Κανείς δεν νοιάζεται για μένα
  • Έλλειψη νοήματος –  Δεν έχει νόημα αυτό που κάνω ή είμαι
  • Απόλυτος / Άσπρα-μαύρα (έτσι ή αλλιώς)

3. ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΗ ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΤΟΥ ΘΥΜΟΥ
Ο καθένας μας βιώνει τον θυμό του με έναν μοναδικό τρόπο. Σε αυτή την παράμετρο αποκτούμε  εσωτερική επίγνωση του θυμού, η οποία μπορεί να εκδηλώνεται με θυμωμένες σκέψεις, όπως «Είναι κακιά», «Τη μισώ», «Βράζω» κ.λπ., εκδικητικές σκέψεις, όπως «Θα του δείξω εγώ», «Θα τον σκοτώσω» κ.λπ., και σωματικές επιπτώσεις, όπως ταχυπαλμία, μυϊκή ένταση, σφίξιμο στο σαγόνι, τρέμουλο.

4. ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΤΟΥ ΘΥΜΟΥ 
Σε αυτή την παράμετρο, αν ο τρόπος που βιώνεται ο θυμός είναι ατομικός, τότε αποκτά εκφραστικά στοιχεία όπως λεκτικές και σωματικές πράξεις, που ισχύουν όμως για όλους (π.χ. ύβρεις, σπάσιμο πραγμάτων, κοπάνημα πραγμάτων, ακόμη και σωματική βία, χλευασμός, κουτσομπολιό, ειρωνεία και σαρκασμός).   Πράξεις αυτοθυσίας, αναβλητικότητα, αποφυγή ανάληψης μιας δραστηριότητας ή ολοκλήρωσής της είναι πιθανόν να εκφράζουν συγκρατημένο θυμό. Ορισμένοι άνθρωποι μπορεί να συγκρατούν τον θυμό τους, να μην τον εξωτερικεύουν, αλλά να τον αναγνωρίζουν, και ορισμένοι μπορεί να τον εκδηλώνουν έμμεσα, όπως με το να καθυστερούν ή να σαμποτάρουν τις ενέργειες των άλλων.

5. ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ
Σαν αποτέλεσμα ο θυμός, είτε τον  εκδηλώνουμε είτε τον συγκρατούμε, δεν παύει να επιφέρει ανεπιθύμητα αποτελέσματα. Αν αποφασίσουμε να τον συγκρατήσουμε, αυτό που συχνά θα βιώσουμε είναι διαρκής ένταση ή άγχος. Αν, πάλι, τον εκδηλώσουμε με επιθετικότητα μπορεί  να επιφέρει ρίξεις στις διαπροσωπικές μας σχέσεις, να οδηγήσει σε λανθασμένες αποφάσεις, σε ανακύκλωση σκέψεων και παρεμπόδιση της επικοινωνίας μας με τους άλλους.

Ο θυμός μπορεί να έχει και επιπτώσεις στη σωματική και ψυχική μας υγεία. Αν βιώνουμε συχνά και τακτικά θυμό, θέτουμε τον εαυτό μας σε συνεχή ένταση. Ανεξάρτητα με το αν τον εκφράζουμε ή τον συγκρατούμε, αυτός εκδηλώνεται με οργανικά συμπτώματα και συναισθηματικές καταστάσεις. Έρευνες δείχνουν ότι ο θυμός συνδέεται με την εμφάνιση ασθενειών όπως αύξηση της χοληστερίνης, ταχυκαρδία, χρόνιοι πόνοι, καρδιακά προβλήματα, εγκεφαλικά, ακόμη και  εμφάνιση καρκίνου.

Πώς μπορώ να αλλάξω;

Ένα πρώτο βήμα, για να διαχειριστούμε εποικοδομητικά τον θυμό μας, είναι να τον αναγνωρίσουμε.

Σε πρώτο στάδιο να αναγνωρίσουμε ποιος με θυμώνει; Τι  με  θυμώνει; Πότε θυμώνω; Πόσο συχνά  θυμώνω; Πώς θυμώνω; Με λίγα λόγια, να αναγνωρίσουμε τις αφορμές και τα γεγονότα που μας προκαλούν θυμό, να αναγνωρίσουμε τις συναισθηματικές καταστάσεις που πιθανότατα βιώνουμε μαζί με τον θυμό (π.χ. άρνηση, λύπη, απομόνωση), τον τρόπο που σκεφτόμαστε και τις σκέψεις που κάνουμε όταν  θυμώνουμε,  καθώς και τα σωματικά συμπτώματα που συνοδεύουν τον θυμό μας.

Το Κέντρο ΠΝΟΗ με την πολύχρονη πείρα στην συναισθηματική αγωγή και προσωπική ανάπτυξη εφαρμόζει την πρωτοποριακή μέθοδο της ενσυνειδητότητας και της διαπροσωπικής νευροβιολογίας για την αντιμέτωπιση και διαχείριση θυμού (anger management).

Αυτοεκτίμηση

Η αυτοεκτίμηση αποτελεί  θεμελιώδες χαρακτηριστικό της προσωπικότητάς μας, αλλά παρ’ όλα αυτά παραμένει κάτι άπιαστο, πολυσύνθετο και ελάχιστα συνειδητοποιημένο.

Αυτοεκτίμηση είναι ο όρος που χρησιμοποιούμε για να εκφράσουμε τη συνολική εκτίμηση ή αποτίμηση που έχει ένα άτομο για την προσωπική του αξία. Η αυτοεκτίμηση περιλαμβάνει πεποιθήσεις και συναισθήματα που έχουμε για τον εαυτό μας, απηχεί τον τρόπο που εμείς οι ίδιοι βλέπουμε τον εαυτό μας.

Πεποιθήσεις όπως «Είμαι άξιος αγάπης», «Αξίζω καλά πράγματα στη ζωή», «Είμαι σημαντικός», «Είμαι ικανός», Είμαι άξιος σεβασμού» κ.λπ. είναι αξίες που προσδιορίζουν την εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας και έχουν προκύψει μέσα από μια διαδικασία αξιολόγησης. Αυτοεκτίμηση είναι ένα πολυσύνθετο, θεμελιακό χαρακτηριστικό της προσωπικότητας το οποίο αντικατοπτρίζει τη συνολική ιδέα που έχει ένα άτομο για την προσωπική του αξία. Η αυτοεκτίμηση συμπεριλαμβάνει πεποιθήσεις, αξίες, σκέψεις και συναισθήματα που εμείς έχουμε για τον εαυτό μας. Απεικονίζει τον τρόπο που εμείς οι ίδιοι βλέπουμε τον εαυτό μας μέσα στον κόσμο. Οι βασικές αρχές της αυτοεκτίμησης σχετίζονται με την αγάπη, την εμπιστοσύνη και τη θετική εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας.

Η υψηλή αυτοεκτίμηση προϋποθέτει να αναγνωρίζουμε την αξία του εαυτού, να τον αγαπάμε, να τον αποδεχόμαστε και να τον εμπιστευόμαστε, ανεξάρτητα από τα ελαττώματα και τους περιορισμούς του, πέρα από τις αποτυχίες του, τις επιδόσεις του ή τα κατορθώματά του.

Η εικόνα του εαυτού, η εμπιστοσύνη και η αγάπη προς τον εαυτό μας είναι στοιχεία που  διαμορφώνονται από νωρίς μέσα στην οικογένεια. Από πολύ νωρίς, οι αναπαραστάσεις που  έχουμε και τα βιώματά μας καθορίζουν την αυτοεκτίμηση που αργότερα θα διαμορφώσουμε. Αν η αξία μου ως ατόμου ήταν συνδεδεμένη με τις επιτυχίες μου, τότε είναι πολύ πιθανό και σήμερα να προσδιορίζω την εικόνα του εαυτού μου βάσει των επιτυχιών μου. Αν οι γονείς μου έδειχναν πραγματικά ενδιαφέρον για τις ανάγκες μου, τις επιθυμίες μου ή τις δυσκολίες μου, τότε η εικόνα που διαμορφώνω ότι ανήκω έχει θετικό χαρακτήρα στο πώς βλέπω σήμερα τον εαυτό μου. Αν ως παιδί ένιωθα το βάρος μιας αποστολής, όπως την ανάγκη να υλοποιώ όσα δεν μπόρεσαν οι γονείς μου ή να πραγματοποιώ τα όνειρά τους, τότε κινδυνεύω να παρουσιάσω σοβαρά κενά αυτοεκτίμησης.

Οι τρεις βασικές αρχές της αυτοεκτίμησης

1. Αγάπη προς τον εαυτό – Οι άνθρωποι πιστεύουν ότι το να αγαπήσουν τον εαυτό τους είναι εγωιστικό και πως ο εγωισμός βλάπτει τους άλλους, Προσπαθούμε να αποβάλουμε τον εγωισμό μας, να τον εξαφανίσουμε, να τον αρνηθούμε, αλλά, δυστυχώς, μόνο αν συμφιλιωθούμε μαζί του μπορούμε να τον αξιοποιήσουμε και να νιώσουμε σοφοί, αλληλέγγυοι, γενναιόδωροι και μεγαλόψυχοι. Το να αγαπάει κάποιος τον εαυτό του δεν είναι εγωιστικό, γιατί αν εγώ αγαπάω, νοιάζομαι και φροντίζω τον εαυτό μου, τότε μόνο μπορώ να κατανοήσω την ανάγκη του άλλου να αγαπάει, να φροντίζει και να νοιάζεται για τον εαυτό του, και αυτό είναι μια σπουδαία αρχή για να λειτουργήσω συλλογικά μέσα στο κοινωνικό μου πλαίσιο.

2. Η εικόνα του εαυτού  Η εικόνα του εαυτού μου βασίζεται στην αξιολόγηση των βιωμάτων μου, στο πώς εγώ αντιλαμβάνομαι τον εαυτό μου μέσα από τις εμπειρίες μου. Δεν είναι η αξιολόγηση των εμπειριών μου, αλλά η γνώση, οι πεποιθήσεις, οι αξίες που έχω για τις δυνατότητές μου, τις αρετές μου και τους περιορισμούς μου αναφορικά με τον εαυτό μου και τις εμπειρίες μου.

3. Εμπιστοσύνη προς τον εαυτό – Η τρίτη αρχή της αυτοεκτίμησης αφορά την πεποίθηση ότι γνωρίζω πως είμαι άξιος να ενεργήσω σωστά σε κάθε περίσταση, χωρίς να φοβάμαι την αποτυχία ή την αρνητική κριτική των άλλων.

Στοιχεία της αυτοεκτίμησης

  1. Είναι βασική ανθρώπινη ανάγκη, απαραίτητο στοιχείο για την ψυχική μας υγεία
  2. Αναδύεται μέσα από τα πιστεύω και τη γνώση του εαυτού μας
  3. Η αυτοεκτίμηση συνδέεται άμεσα με τα πιστεύω μας, τα συναισθήματά μας και τις συμπεριφορές μας

Διαμόρφωση  της Αυτοεκτίμησης:

Μία από τις σημαντικές διαφορές ανάμεσα στον άνθρωπο και στα υπόλοιπα όντα είναι η αυτογνωσία, η επίγνωση του εαυτού, η ικανότητα να διαμορφώνει την ταυτότητά  του, να την αξιολογεί, να την εξελίσσει και να αποφασίζει αν του ταιριάζει ή όχι.

Η φροντίδα της αυτοεκτίμησης είναι μεγάλη ευθύνη  και  είναι ενθαρρυντικό να γνωρίζουμε ότι εμείς επιλέγουμε  την εικόνα του εαυτού μας.  Ανεξάρτητα από τις ικανότητές μας, εμείς επιλέγουμε πώς να διαμορφώνουμε και να αξιολογούμε τα στοιχεία που απαρτίζουν την εικόνα του εαυτού μας.

Η εικόνα του εαυτού, η εμπιστοσύνη και η αγάπη προς τον εαυτό μας είναι στοιχεία που διαμορφώνονται από νωρίς μέσα στην οικογένεια. Από πολύ νωρίς οι αναπαραστάσεις που έχουμε και τα βιώματά μας καθορίζουν την εικόνα που αργότερα θα διαμορφώσουμε για τον εαυτό μας. Αν η αξία μου ήταν συνδεδεμένη με τις επιτυχίες μου, τότε είναι πολύ πιθανό και σήμερα να αυτοπροσδιορίζομαι βάσει των επιτυχιών μου. Αν οι γονείς μου έδειχναν πραγματικό ενδιαφέρον για τις ανάγκες μου, τις επιθυμίες μου, τις δυσκολίες μου, τότε η εικόνα που διαμορφώνω για το ότι ανήκω έχει θετικό χαρακτήρα στο πώς βλέπω σήμερα τον εαυτό μου. Αν ως παιδί ένιωθα το βάρος ότι έπρεπε να εκπληρώσω μια αποστολή, όπως για παράδειγμα να υλοποιήσω όσα δεν μπόρεσαν οι γονείς μου να πραγματώσουν ή να διατηρήσω την οικογένεια ενωμένη με τη δική μου συμπεριφορά ή να πραγματοποιήσω τα όνειρά τους, τότε κινδυνεύω να παρουσιάσω σοβαρά κενά αυτοεκτίμησης.

Ο άνθρωπος έχει  βασικές συναισθηματικές ανάγκες : Να δημιουργήσει ασφαλή δεσμό με τους άλλους (ανάγκη για ασφάλεια, σταθερότητα, φροντίδα και αποδοχή) Ανάγκη για αυτονομία, αυτοέκφραση, αυθορμητισμό και οριοθέτηση. Οι πρώιμες εμπειρίες μπορεί να παρεμποδίσουν την υγιή ικανοποίηση ενός μέρους ή του συνόλου αυτών των συναισθηματικών αναγκών, με αποτέλεσμα το παιδί να υιοθετήσει μηχανισμούς άμυνας για να μπορέσει να διαχειριστεί και να ικανοποιήσει τις ανάγκες του. Αν και δεν υπάρχει τέλεια οικογένεια ή τέλειο περιβάλλον, η βασική ερώτηση που πάντοτε τίθεται είναι πώς ικανοποιήθηκαν οι βασικές μου ανάγκες στο περιβάλλον που μεγάλωνα; Ποια είναι η αίσθηση του εαυτού μου σήμερα για το πώς ικανοποιήθηκαν αυτές οι βασικές ανάγκες μου; Ένιωθα ασφάλεια, σταθερότητα; Οι σημαντικοί άλλοι φρόντιζαν τις ανάγκες μου; Πώς με αντιμετώπιζαν;   Επιτρεπόταν η έκφραση συναισθημάτων (συμπεριλαμβανομένων του θυμού, της θλίψης, της χαράς); Επιτρεπόταν  η αυτοέκφραση, οι γονείς μου μπορούσαν να με καθοδηγήσουν και να θέσουν υγιή όρια??

Η εικόνα του εαυτού, η αγάπη και η εμπιστοσύνη που δείχνω σήμερα προς τον εαυτό μου είναι στοιχεία που προέρχονται από τις εμπειρίες μου και τα βιώματά μου στο οικογενειακό μου περιβάλλον, στο σχολείο και στην ευρύτερη κοινωνία. Αν οι βασικές μας συναισθηματικές ανάγκες εκπληρώθηκαν με υγιή τρόπο, τότε η εικόνα του εαυτού μας είναι θετική, σταθερή και δομημένη, ακόμη και όταν εξωτερικές καταστάσεις και δυσκολίες μας προβληματίζουν ή μας δυσκολεύουν.

Ιστορία της θεραπείας Γκεστάλτ (Gestalt)

Βασικός στόχος στη θεραπεία Γκεστάλτ είναι να αποκτήσει το άτομο επίγνωση αυτού που βιώνει και πράττει. Μέσα από τη διαδικασία αυτής της επίγνωσης, το  άτομο κερδίζει την κατανόηση του εαυτού του και του περιβάλλοντός του. Γνωρίζει τη δυνατότητα για αλλαγή και την ικανότητά του να κάνει επιλογές, ώστε να ζει μια αυθεντική, με νόημα ζωή. Οι θεραπευτές Γκεστάλτ είναι παρόντες στη θεραπευτική διαδικασία, όπου το εγώ / εσύ αποτελεί βασική αξία σε μια θεραπευτική σχέση που βασίζεται στη γνήσια επαφή και όχι σε μια ερμηνεία του θεραπευτή ή στη χρήση στείρων τεχνικών. Η θεωρία χρησιμοποιεί τις αρχές της Φαινομενολογίας – εστιάζει, δηλαδή, στην υποκειμενική αντίληψη του ατόμου και της πραγματικότητάς του, έτσι όπως την ερμηνεύει το ίδιο.  Είναι υπαρξιακή, συγκεντρώνει την προσοχή της στο εδώ και τώρα, και δίνει έμφαση σε αυτό που συμβαίνει, τη στιγμή που συμβαίνει. Είναι βιωματική, γιατί ο θεραπευτής επικεντρώνεται στο τι αισθάνεται το άτομο, πώς αισθάνεται, πώς νοηματοδοτεί τον εαυτό του, τις σκέψεις του και τις πράξεις του, και πώς αλληλεπιδρά με το περιβάλλον του. Είναι διαλογική, καθώς ο θεραπευτής ενδιαφέρεται να οικοδομήσει έναν αυθεντικό διάλογο με τον θεραπευόμενο στην πορεία του οποίου επιδιώκει να τον συναντήσει, θεωρώντας αυτόν τον διάλογο ως παράγοντα εξέλιξης και θεραπείας.

Η φιλοσοφία Γκεστάλτ είναι τρόπος σκέψης, τρόπος ζωής που μας επιτρέπει την αυθεντικότητα και τη δημιουργικότητα. Μας διδάσκει να αναλογιζόμαστε, να συνειδητοποιούμε, να αποκτούμε συνειδητότητα του εαυτού μας, να αποκτούμε αυθεντική σχέση με τον εαυτό μας, και όλα αυτά να μας βοηθούν ώστε να συναντούμε τους άλλους γύρω μας με ειλικρινή διάθεση και πρόθεση συνεκτικότητας στην ολότητά μας και στην ολότητά τους!

Τι σημαίνει Γκεστάλτ;

Υπάρχουν πολλές ερμηνείες όπως διαμόρφωση ή δομή, αλλά η επικρατέστερη είναι ολότητα. 
Πριν από τη θεραπεία Γκεστάλτ, υπήρξε το φιλοσοφικό ρεύμα Γκεστάλτ, με ιδρυτή τον Max Wertheimer, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι η ανθρώπινη αντίληψη λειτουργεί ολιστικά. Δηλαδή, για να αντιληφθούμε μια κατάσταση, ένα πρόσωπο ή μια μελωδία συνθέτουμε τα επιμέρους στοιχεία σε μεγαλύτερα σύνολα, ώστε να βγάλουμε ένα νόημα.
 Οικοδομώντας γνωστικο-συναισθηματικά ένα Γκεστάλτ δίνουμε νόημα σε αυτό που μας συμβαίνει. Για παράδειγμα, για να νοηματοδοτήσουμε τη σχέση μας με ένα άτομο, χρειάζεται να γνωρίσουμε ποιες πλευρές της μας ικανοποιούν και ποιες μας δυσαρεστούν.
Ιδρυτές – επιρροές

Ιδρυτές της θεραπείας Γκεστάλτ είναι οι Perls, Hefferline και Goodman. 
Μεγαλύτερη προσωπικότητα από τους τρεις υπήρξε ο Perls, Γερμανοεβραίος που γεννήθηκε στο Βερολίνο το 1893 και πέθανε το 1970. 
Γιατρός στο επάγγελμα, εκπαιδεύτηκε σαν ψυχαναλυτής από τον Reich υπό την εποπτεία της Karen Horney.
 Το μεγαλύτερο μέρος θεραπείας Γκεστάλτ προήλθε από διάφορες συνθέσεις ψυχολογικών θεωριών και φιλοσοφικών ρευμάτων, όπως των Freud, Reich, Friedlander, Moreno, την ψυχολογία Γκεστάλτ και τον υπαρξισμό. Η θεραπεία Γκεστάλτ υιοθέτησε τη θέση της ψυχανάλυσης, όπου μια δυαδική σχέση ή μια ομαδική συντελεί ώστε τα άτομα να αποκτήσουν συνείδηση ή επίγνωση των συναισθημάτων, βιωμάτων και συμπεριφορών τους. Μία από τις βασικές διαφοροποιήσεις του Perls από τον Freud ήταν ότι, κατ’ αυτόν, εκείνο που έχει σημασία για τη θεραπεία είναι το τωρινό βίωμα του ατόμου και όχι τα παιδικά βιώματα, όπως υποστήριζε ο Freud. Ο Perls υιοθέτησε τις θέσεις του Reich όσον αφορά τη σημασία των αισθήσεων του σώματος, ως προς την ανάπτυξη της επίγνωσης στη θεραπεία, καθώς ο Reich θεωρούσε ότι τα απαράδεκτα συναισθήματα μετουσιώνονται σε μυϊκές εντάσεις: είναι αυτό που ονόμασε μηχανισμό μυϊκής θωράκισης. Από τον Friedlander υιοθέτησε τη θέση περί πολώσεων των αντιθέτων, ότι δηλαδή αν κάποιο άτομο παγιδευτεί σε μια πόλωση αποκτά μονόπλευρη άποψη για τη ζωή και χάνει την ψυχολογική του ισορροπία. Από το ρεύμα της Γκεστάλτ υιοθέτησε τις θέσεις ότι η πραγματικότητα γίνεται κατανοητή σαν όλο και αντιδρούμε συνολικά σε αυτήν σαν ύπαρξη, δηλαδή ότι κάθε πλευρά του ατόμου μπορεί να θεωρηθεί ως εκδήλωση του συνόλου. Με τον τρόπο αυτό, εκείνο που κάνουν τα άτομα παρέχει πολλές πληροφορίες για το τι νιώθουν, σκέφτονται ή λένε. 
Επίσης, αποδέχθηκε την άποψη ότι από το σύνολο της αντιληπτικής πραγματικότητας του ατόμου, που ονομάζεται φόντο, αναδύονται σχήματα που διαδέχονται το ένα το άλλο, όπου κάθε προηγούμενο σχήμα επανέρχεται στο φόντο. Αυτή η διαδοχική ροή των σχημάτων πολλές φορές αφήνει ανολοκλήρωτες μορφές ή, αυτό που λέγεται στη θεραπεία, μισοτελειωμένες υποθέσεις, δηλαδή καταστάσεις στις οποίες το άτομο δεν έχει κλείσει τους κύκλους του, οπότε ένα κομμάτι του παραμένει δεσμευμένο.
 Ο οργανισμός έχει την τάση να ολοκληρώνει μια κατάσταση ή μια συναλλαγή που δεν έχει τελειώσει.

Η άρνηση των συναισθημάτων είναι ο μηχανισμός που χρησιμοποιούν τα άτομα για να εμποδίσουν τον εαυτό τους να ολοκληρώσουν τις μισοτελειωμένες υποθέσεις. Πολλές ιδιαίτερες συμπεριφορές υιοθετούνται από το άτομο, ενδεικτικές μισοτελειωμένων καταστάσεων, όπως το κλαψούρισμα, η γκρίνια, η αυτολύπηση κ.λπ. 
Ο Perls υιοθέτησε τις θέσεις του υπαρξισμού όσον αφορά τις έννοιες της προσωπικής ευθύνης, της παρούσας στιγμής και της επίγνωσης, οι οποίες συνοψίζονται στις εξής:

Πρέπει να συντελεστεί η μετάβαση από την εξάρτηση, σε σχέση με το περιβάλλον, στην αυτοϋποστήριξη.

Η  συσχέτιση και η ερμηνεία της τωρινής συμπεριφοράς, βάσει παλαιών βιωμάτων, οδηγεί σε στρεβλώσεις και παρερμηνείες που απομακρύνουν τελικά από το τωρινό βίωμα.

Αυτό που έχει σημασία είναι η επίγνωση της συμπεριφοράς και των εμπειριών στο εδώ και τώρα, σαν διαδικασία.

Πυρήνας της θεραπείαs Γκεστάλτ (Gestalt)

Ο πυρήνας της ψυχοθεραπείας Γκεστάλτ είναι η αύξηση της επίγνωσης, δηλαδή με συγκεκριμένο τρόπο η αφύπνιση της ευθύνης για αυτό που τα άτομα αισθάνονται, σκέφτονται και κάνουν στο εδώ και τώρα.
 Έτσι, τα άτομα αντιλαμβάνονται τη ζωή όπως είναι τώρα και μπορούν να αναλάβουν οποιαδήποτε δράση για να την αντιμετωπίσουν.
 Με τον τρόπο αυτό προτρέπονται να αποκτήσουν επίγνωση του γεγονότος ότι αποφεύγουν το προφανές, δηλαδή τα συναισθήματα και τις επιθυμίες τους. Αν νιώθεις κάποιο συναίσθημα που σε ενοχλεί και δεν μπορείς να το διώξεις, στην πραγματικότητα δεν έχεις καμιά εξουσία επάνω του. Αλλά αν το δεις, έχεις μια άλλη στάση απέναντί του. Με αυτή τη μέθοδο της Γκεστάλτ γίνεσαι πιο δυνατός ψυχικά, χωρίς να αλλάξεις το ίδιο το συναίσθημα. Η μέθοδος βοηθάει να αναπτυχθεί η σιγουριά. Για να αλλάξει ένα συναίσθημα, πρέπει να αλλάξει η πραγματικότητα. 
Ένας άλλος στόχος είναι να έρθει το άτομο σε επαφή με τον υγιή πυρήνα του, ώστε να ενισχυθούν οι τάσεις για αυτορρύθμιση και αυτοδιάθεση.
 Στη διαδικασία το άτομο έρχεται αντιμέτωπο με την αυξανόμενη επίγνωση, καθώς χρειάζεται να περάσει μέσα από στάδια δόμησης ενός ψευδο-εαυτού για να φτάσει στην έκρηξη και την αποδόμηση, και τελικά στη συνειδητοποίηση ότι οι ίδιοι οι άνθρωποι εμποδίζουν τους εαυτούς τους να αξιοποιήσουν το σύνολο του δυναμικού τους. 
Ένας άλλος στόχος του θεραπευτή είναι να γεφυρώσει τα κενά που υπάρχουν στην εμπειρία του ατόμου.

Η επαφή σαν στοιχείο θεραπείας στην Γκεστάλτ

Ένα από τα πιο σημαντικά στοιχεία της θεραπείας είναι η επαφή. 
Η επαφή είναι το όριο ή το σημείο συνάντησης του ατόμου με το περιβάλλον και τον εαυτό του. 
Υπάρχουν τριών ειδών επαφές: η εσωτερική, η διαπροσωπική και η διεθνής.
 Η βελτίωση και των τριών καταλήγει:
α) στην ενσωμάτωση εσωτερικών αντιφάσεων,  β) στην αναγνώριση της διαφορετικότητας του άλλου και γ) στην καλύτερη ακρόαση της άλλης πλευράς, αντίστοιχα.
Ο θεραπευτής είναι επιφορτισμένος, μέσα από ερωτήσεις προς τον θεραπευόμενο, να καταλάβει πού βρίσκεται το αντιληπτικό πεδίο του, ώστε να τον καλεί να κάνει μια συνάντηση. Σύμφωνα με τη Γκεστάλτ υπάρχουν 5 μηχανισμοί που εμποδίζουν την  αυθεντική συνάντηση:

1. Η προβολή
2. Η ενδοβολή
3. Η συμβολή
4. Η αναστροφή
5. Η ανάκλαση

Γκεστάλτ στην πράξη

Πριν της εφαρμογή της θεωρίας Γκεστάλτ στην πράξη, απαραίτητη προϋπόθεση είναι η αφιέρωση αρκετού χρόνου, εκ μέρους του θεραπευτή, σε θέματα σχετικά με την προσωπική του ανάπτυξη. Η προσωπικότητα του θεραπευτή επηρεάζει την ποιότητα της σχέσης και αλληλεπίδρασης με τον θεραπευόμενο. Ο ψυχοθεραπευτής πρέπει να επιτρέπει στα ταλέντα και στις δεξιότητές του να έρθουν και να ταιριάξουν φυσιολογικά μέσα στη σχέση με τον θεραπευόμενο. 
Δεν υπάρχει ένας μόνο «σωστός» τρόπος για να χρησιμοποιηθούν οι τεχνικές. Στη θεραπεία Γκεστάλτ υπάρχει μια ευρεία ποικιλία τεχνικών που μπορούν να χρησιμοποιηθούν, ώστε να ενισχυθεί αυτό που αισθάνεται ο θεραπευόμενος στο παρόν. Εναπόκειται στη δεξιοτεχνία του ψυχοθεραπευτή να προσαρμόζει μια τεχνική στην εκάστοτε περίσταση.

Τεχνικές επίγνωσης

Α) Λεκτική επικοινωνία.

• Δηλώσεις στο πρώτο ενικό πρόσωπο
Ζητείται από τον θεραπευόμενο να επαναλάβει μια πρόταση ή να αντικαταστήσει έναν απρόσωπο όρο με το «εγώ».  Αυτό τον οδηγεί σε άμεσα υποκειμενικές δηλώσεις, για παράδειγμα αλλαγή της απρόσωπης γλώσσας όπου χρησιμοποιούνται τα «κάποιος», «εκείνος», «εμείς», με χρήση του «εγώ».
 Με τη χρήση του πρώτου ενικού προσώπου, ο θεραπευόμενος βοηθιέται να γίνει υπεύθυνος για τις σκέψεις, τα συναισθήματα και τη συμπεριφορά του. Παύει να κατηγορεί τις εξωτερικές δυνάμεις για την ανεπάρκειά του. Μέσα σε μια ομάδα, ο θεραπευόμενος δεν επιτρέπεται να μιλά για τους άλλους, παρά μόνο για τον εαυτό του.

• Αποφυγή τροποποιητικών και διστακτικών στοιχείων
Εκφράσεις που εμπεριέχουν τροποποιητικά στοιχεία, όπως «ίσως», «μπορεί», «υποθέτω», «κάπως έτσι», «πιθανόν», «νομίζω», «λιγάκι», δηλώνουν ότι ο θεραπευόμενος αποφεύγει να εμπλέξει τον εαυτό του σε σκέψεις, συναισθήματα και ενέργειες. Αποφεύγει να βιώσει ολόκληρη της απογοήτευσή του. Επαναλαμβάνοντας τη γλώσσα που χρησιμοποιήθηκε ή ζητώντας μέσα από τον θεραπευόμενο την αποφυγή, ο θεραπευτής αυξάνει την επίγνωση του τρόπου με τον οποίο τα διστακτικά στοιχεία μειώνουν την επικοινωνία (π.χ. Θεραπευόμενος: «Θα έπρεπε να μιλήσω στην …
» Θεραπευτής: «Θα έπρεπε;» 
Θεραπευόμενος: «Θα μιλήσω στην …»).

• Χρήση ενεργητικής φωνής
Χρησιμοποιώντας παθητική φωνή, ο θεραπευόμενος αποφεύγει την ευθύνη για τη συμπεριφορά του. Ο ψυχοθεραπευτής τού ζητά να επαναδιατυπώσει την πρότασή του χρησιμοποιώντας ενεργητική φωνή 
π.χ. Θεραπευόμενος: «Αποκλείομαι εντελώς σε μια συζήτηση, όταν μιλούν για μαγειρική». 
Θεραπευτής: «Προσπάθησε να πεις ‘αποκλείω τον εαυτό μου’ και σκέψου πώς το βιώνεις». Θεραπευόμενος: «Αποκλείω… τον εαυτό μου. Νομίζω ότι στην πραγματικότητα εγώ κρατώ τον εαυτό μου έξω από τη συζήτηση».

• Αλλαγή ρημάτων
Η χρήση ορισμένων ρημάτων κάνει τους θεραπευόμενους να πιστεύουν ότι κάποιες πράξεις είναι έξω από τον έλεγχό τους. Αν αλλάξουν αυτά τα ρήματα, γίνεται ολοφάνερη η απροθυμία τους να κάνουν ορισμένα πράγματα.
 Οι θεραπευόμενοι αντιλαμβάνονται ότι έχουν επιλογές στη ζωή τους. Για παράδειγμα, αλλαγή τού «δεν μπορώ» σε «δεν θα». 
Θεραπευόμενος: «Δεν μπορώ να τον συναντήσω γι’ αυτό που μου ‘κανε».
 Θεραπευτής: «Προσπάθησε να πεις ‘δεν θα τον συναντήσω'». Θεραπευόμενος: «Δεν θα τον συναντήσω για αυτό που μου έκανε. Αυτό είναι αλήθεια. Δεν θα τον συναντήσω ποτέ».
 Αυτό βοηθά τον θεραπευόμενο να αναγνωρίσει και να αποδεχτεί τη δύναμη του, αναλαμβάνοντας την ευθύνη για τις αποφάσεις του.
 Επίσης, οι λέξεις «οφείλω», «πρέπει», «υποθέτω»  οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο θεραπευόμενος έχει υιοθετήσει συμβουλές ή πρότυπα συμπεριφοράς από άλλους ανθρώπους, γεγονός που δείχνει ότι δεν μπορεί να αποφασίσει τι θέλει για τον εαυτό του και ότι είναι επιρρεπής στον έλεγχο. Ο ψυχοθεραπευτής θα προσπαθήσει να αυξήσει την επίγνωσή του,  ζητώντας του να αντικαταστήσει το «πρέπει» με το «διαλέγω να».    Θεραπευόμενος: «Πρέπει να περάσω τις γιορτές του Πάσχα με τους γονείς μου».
 Θεραπευτής: «Μπορείς να πεις ‘διαλέγω’ να περάσω τις γιορτές του Πάσχα με τους γονείς μου; » Θεραπευόμενος: «Ναι. Διαλέγω να περάσω το Πάσχα με τους γονείς μου και την Πρωτομαγιά με τους φίλους μου». Επίσης, προτείνεται αντικατάσταση του «χρειάζομαι» με το «θέλω» και του «δεν μπορώ» με το «διαλέγω να μην».

• Αλλαγή ερωτήσεων σε δηλώσεις
Θέτοντας μία ερώτηση ο θεραπευόμενος, στην ουσία ζητά από τον ψυχοθεραπευτή να τον βγάλει από τη δύσκολη θέση. Ο θεραπευτής, αντί να δώσει μια απάντηση ή μια ερμηνεία, του ζητά να εξερευνήσει ο ίδιος το εσωτερικό πλαίσιο αναφοράς του, για να ανακαλύψει μόνος του αυτό που υπολανθάνει.
 Θεραπευόμενος: «Γιατί νιώθω έτσι;» Θεραπευτής: «Εσύ γιατί νομίζεις;» Θεραπευόμενος: «Νομίζω ότι νιώθω έτσι επειδή…»

• Ακρίβεια στην έκφραση
Όταν ο θεραπευόμενος μιλά γενικά και αόριστα, ο ψυχοθεραπευτής τον παρακινεί να αναφερθεί σε συγκεκριμένα παραδείγματα. Έτσι, τον φέρνει σε θέση να συγκεντρωθεί σε ένα συγκεκριμένο θέμα και ταυτόχρονα να καθοδηγεί μόνος του τον εαυτό του.

• Απαιτήσεις
Ένας άλλος τρόπος για να επιτευχθεί ακρίβεια στην έκφραση είναι η ικανότητα του θεραπευόμενου να εκφράζει τις απαιτήσεις του στους άλλους. Θεραπευόμενος: «Θα προτιμούσα να επιστρέψει ο σύζυγός μου νωρίς αύριο». Θεραπευτής: «Θα προτιμούσες ή θέλεις;» Θεραπευόμενος: «Θέλω να έρθει νωρίς». Θεραπευτής: «Μπορείς να του το πεις;» Θεραπευόμενος: «Γιώργο, θέλω αύριο να είσαι στο σπίτι στις 6 μ.μ., γιατί έχω να επισκεφτώ την αδερφή μου».

• Αλλαγή της μορφής των ερωτήσεων
Ο ψυχοθεραπευτής Gestalt διαλέγει προσεκτικά τη μορφή των ερωτήσεων που απευθύνει στον θεραπευόμενο. Αποφεύγει ερωτήσεις που ενθαρρύνουν εκλογικεύσεις και διανοητικοποιήσεις. Αποφεύγει το «γιατί» και το αντικαθιστά με το «πώς» και με το «τι», όπου αυξάνονται οι πιθανότητες να οδηγηθεί ο θεραπευόμενος στην επίγνωση των συναισθημάτων που συνδέονται με κάποια εμπειρία, καθώς επίσης και στην αύξηση της επίγνωσης των αισθήσεων και της συμπεριφοράς.

• Επικέντρωση στο παρόν
Α) Ο ψυχοθεραπευτής ζητά από τον θεραπευόμενο να παρακολουθεί αυτό που βιώνει τη συγκεκριμένη στιγμή. Ο ρόλος του θεραπευτή είναι να βοηθά εδώ και τώρα, και να αποτρέπει τον θεραπευόμενο από κάθε απόπειρα να ξεφύγει από αυτό. Να επιστρέψει στη βίωση του παρόντος. Να ζήσει ξανά τα συναισθήματα που συνδέονται με τα γεγονότα. Ακόμη και οι περιγραφές περασμένων καταστάσεων μπορούν να επικεντρωθούν στο παρόν, αν ζητηθεί από τον θεραπευόμενο να πει την ιστορία του στον ενεστώτα.
 Τα παλιά προβλήματα πρέπει να κλείσουν στον παρόν.
 Αν αντιμετωπιστούν με τον κατάλληλο τρόπο, δεν θα επιδράσουν ξανά στην καθημερινή ζωή του θεραπευόμενου. Μέσα από την επίγνωση του παρόντος, οι μισοτελειωμένες καταστάσεις εμφανίζονται και περατώνονται. Επικέντρωση στο παρόν σημαίνει ότι ο θεραπευόμενος αποκτά επίγνωση των κινήσεων, της φωνής, της αναπνοής, των αισθήσεών του
.

Β) Μη λεκτική επικοινωνία.

Το σώμα στη θεραπεία Γκεστάλτ έχει εξαιρετική σημασία. 
Η επίγνωση του σώματος διευκολύνεται με τους εξής τρόπους:

• Εκμαιεύοντας σωματικές αισθήσεις από τον θεραπευόμενο
Ο θεραπευτής ζητά από τον θεραπευόμενο να στρέψει την προσοχή του στο σώμα του και να συνειδητοποιήσει, να εντοπίσει τις περιοχές όπου υπάρχει κάποια ένταση. Του ζητάει να αυξήσει την επίγνωση για κάθε κομμάτι του σώματός του. Μεγάλη σημασία για την επίγνωση του σώματος έχει ο τρόπος που αναπνέουμε. Ο θεραπευτής μπορεί ακόμη να του ζητήσει να κλείσει τα μάτια του και να χαλαρώσει, για να τον βοηθήσει σε αυτή του την προσπάθεια.

• Ορίζοντας το συναίσθημα
Ο θεραπευτής ζητά από τον θεραπευόμενο να εντοπίσει ένα συναίσθημα στο σώμα του και να το περιγράψει. Να αναγνωρίσει το μέγεθος, το χρώμα ή την υφή του. Ακόμη και να δώσει φωνή στο συναίσθημα, επιτρέποντάς του να μιλήσει, να εκφραστεί.

• Δίνοντας ανατροφοδότηση στον θεραπευόμενο
Ο θεραπευτής Γκεστάλτ, όταν παρατηρεί τη μη λεκτική συμπεριφορά του θεραπευόμενου, του γνωστοποιεί αυτά που εντοπίζει πάνω του (
π.χ. Θεραπευτής: «Παρατηρούσα ότι, καθώς μιλάς, σφίγγεις τις γροθιές σου. Το ξέρεις ότι το κάνεις;»).

• Αναπαριστάνοντας τη γλώσσα του σώματος του θεραπευόμενου
Ο θεραπευτής αναπαριστά τη γλώσσα του σώματος του θεραπευόμενου.

• Εκδραμάτιση
Οι εκδραματίσεις βασίζονται στην αρχή ότι η μάθηση απαιτεί δράση. Μετατρέπουν τις διηγήσεις σε πράξεις, τις αναμνήσεις και θεωρητικοποιήσεις σε πλήρη παρουσία του ατόμου, στο εδώ και τώρα. Το άτομο έχει πιο πολλές πιθανότητες να κάνει ανακαλύψεις όταν συμμετέχει σε ένα γεγονός, παρά όταν απλώς μιλά για αυτό.
 Είναι μια απόπειρα να αντιμετωπιστεί το αδιέξοδο της διήγησης, φέρνοντας τη δράση μέσα στο δωμάτιο της θεραπείας. Η διήγηση γίνεται πράξη. 
Μία εκδραμάτιση μπορεί να πάρει πολλές μορφές και εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη δημιουργικότητα του θεραπευτή. 
Οι σημαντικότερες εκδραματίσεις είναι:

• Άδεια καρέκλα
Ο θεραπευόμενος κάθεται απέναντι σε μια άδεια καρέκλα με την οποία πραγματοποιεί έναν συναισθηματικό διάλογο. Φαντάζεται ότι στην άδεια καρέκλα κάθεται μια άλλη πλευρά της προσωπικότητάς του ή κάποιο άλλο σημαίνον πρόσωπο της ζωής του. Κάθεται εναλλάξ στις δύο καρέκλες, εκφράζοντας την κάθε πλευρά και μιλώντας εκ μέρους της κάθε φορά. Η αλλαγή θέσης και ρόλων μπορεί να συνεχιστεί για αρκετές φορές. Η τεχνική αυτή χρησιμοποιείται για να διευκρινίσει και τις δύο πλευρές μιας αλληλεπίδρασης ή σύγκρουσης. Με τον τρόπο αυτό, οι δύο πλευρές μπορεί είτε να αλληλοσυμπληρωθούν και να οδηγηθούν στην ολοκλήρωση είτε να ανταγωνισθούν και να απομονωθούν η μία από την άλλη. Ύστερα από την αλληλεπίδραση αυτή, πραγματοποιείται μια αναδιοργάνωση. Στόχος δεν είναι να επιτευχθεί αναγκαστικά μια «γκρίζα» σύνθεση, αλλά να εκφράσει η κάθε πλευρά τις ανάγκες και τις επιθυμίες της. Ο θεραπευτής Γκεστάλτ πρέπει να έχει πίστη στην αυτορρύθμιση του θεραπευόμενου.
 Παραλλαγή αυτής της εκδραμάτισης είναι η «θερμή καρέκλα», που διαδραματίζεται στο πλαίσιο της ομαδικής συνάντησης, ανάμεσα στον θεραπευτή και τον θεραπευόμενο, και όπου η «επιπλέουσα θερμή καρέκλα» είναι αυτή στην οποία ο θεραπευτής ενσωματώνει την αυθόρμητη συμμετοχή και άλλων μελών της ομάδας, πέρα από τον αρχικό και κύριο εθελοντή.

• Το παίξιμο της προβολής
Ο θεραπευόμενος μεταφέρει την ευθύνη των πράξεών του έξω από τον εαυτό του, προβάλλοντάς την πάνω στους άλλους. Η προσοχή του είναι στραμμένη στο περιβάλλον, το οποίο κατηγορεί για τη ζωή του. Σε αυτή την περίπτωση, η πιο ισχυρή μέθοδος αναγνώρισης των προβολών είναι να παιχτούν ρόλοι μπροστά στην ομάδα. Ο θεραπευτής βάζει τον θεραπευόμενο να διαδραματίσει έναν διάλογο ανάμεσα στο εαυτό του και σ” αυτόν στον οποίο προβάλλει την ευθύνη, παίζοντας ο ίδιος δύο ρόλους εναλλάξ.

• Οι τεχνικές της πρόβας
Χρησιμοποιούνται για να μπορέσει ο θεραπευόμενος να διαμορφώσει αντιδράσεις στις εμπειρίες οι οποίες τον δυσκολεύουν.
 Ξαναζωντανεύει μια κατάσταση στο «τώρα», με τον τρόπο ακριβώς που αυτός τη βιώνει στην πραγματική του ζωή.
 Διεξάγεται ένα θεατρικό δρώμενο, αναπαριστώντας τους ρόλους και τις συνθήκες, με τη συμμετοχή των μελών της ομάδας.

• Η εξάλειψη της ενδοβολής
Οι άνθρωποι που έχουν ενδοβολές έχουν πάρει μέσα τους κάτι που δεν αφομοίωσαν ποτέ ως κομμάτι του εαυτού τους. Είναι ένα ξένο σώμα και πρέπει να αποβληθεί. Η χρήση της άδειας καρέκλας δίνει την δυνατότητα να εξωτερικοποιηθεί η ενδοβολή. Τοποθετώντας στην άδεια καρέκλα το άτομο από το οποίο ο θεραπευόμενος δέχθηκε την ενδοβολή, αποκτά επίγνωση αυτής.

• Τεχνικές αντιστροφής
Δίνεται η δυνατότητα στον θεραπευόμενο να επιδείξει μια συμπεριφορά αντίθετη από την συνηθισμένη του. Του ζητείται να πάει κόντρα στη συνήθεια, στο βόλεμα ή στην αδυναμία του. Για παράδειγμα, μπορεί να ζητηθεί από κάποιο ντροπαλό άτομο να μιλήσει στην ομάδα δυνατά.

Όνειρα και φαντασιώσεις

Τα διάφορα μέρη του ονείρου αποτελούν αποσπάσματα (μέρη) της προσωπικότητας του θεραπευόμενου, ο οποίος καλείται να παίξει όλους τους ρόλους, να γίνει όλοι οι άνθρωποι, τα πράγματα, τα μέρη και οι πράξεις του ονείρου. Καλείται να βιώσει ξανά το όνειρο, εξιστορώντας το δυνατά, στον ενεστώτα.
 Οι φαντασιώσεις μπορούν να θεωρηθούν ως τα όνειρα που κάνουμε όταν είμαστε ξύπνιοι. Τα δουλεύουμε και τα επεξεργαζόμαστε με τον ίδιο τρόπο όπως και τα όνειρα.

Κέντρο ΠΝΟΗ

Κέντρο ΠΝΟΗ | Ψυχοθεραπεία, Γλυφάδα - Βούλα | Wundt Research Group

Η Ψυχολογία είναι η ακαδημαϊκή και εφαρμοσμένη επιστήμη που ασχολείται με την επιστημονική μελέτη της συμπεριφοράς, κατ’ αρχάς των ανθρώπων (αν και επεκτάθηκε και στην αντίστοιχη μελέτη της συμπεριφοράς και των ζώων, κυρίως των ανώτερων θηλαστικών, τόσο αυτοτελώς, όσο και συγκριτικά με τους ανθρώπους), αλλά και με τις λειτουργίες του οργανισμού που σχετίζονται με συμπεριφορά. Η ψυχολογία έχει ως άμεσο στόχο την κατανόηση της συμπεριφοράς των ανθρώπων ως ατόμων και ως ομάδων, και προσπαθεί να εξαγάγει γενικές αρχές, αλλά και να ερευνήσει ειδικές περιπτώσεις με τελικό στόχο το κοινωνικό όφελος.

Σ’ αυτό το πεδίο, ένας επαγγελματίας που ασκεί πρακτικά την Ψυχολογία ή που ασχολείται σε ερευνητικό επίπεδο ονομάζεται ψυχολόγος και μπορεί να ταξινομηθεί ως κοινωνικός, συμπεριφορικός ή γνωστικός επιστήμονας. Οι ψυχολόγοι προσπαθούν να κατανοήσουν τον ρόλο με τον οποίο οι άνθρωποι λειτουργούν τόσο ως ανεξάρτητες μονάδες, όσο και ως μονάδες της κοινωνίας, καθώς και να εξερευνήσουνν τις φυσιολογικές και βιονευρολογικές διεργασίες που αποτελούν τη βάση συγκεκριμένων συμπεριφορών. Η Ψυχολογία στη σύγχρονη εποχή αναφέρεται ως επιστήμη κυρίως της συμπεριφοράς και των νοητικών διεργασιών, μη ασχολούμενη με την ψυχολογία του βάθους.

Το Κέντρο ΠΝΟΗ ιδρύθηκε με σκοπό την πρόληψη, διαχείριση και αντιμετώπιση προβλημάτων που βιώνει ο σύγχρονος άνθρωπος στην καθημερινότητά του.

Το κοινωνικό – ψυχολογικό πλαίσιο στο οποίο εκτίθεται ο σύγχρονος άνθρωπος είναι αρκετά περίπλοκο.  Οι δυσκολίες του ασκούν πίεση στον άνθρωπο, ο οποίος καλείται να επαναπροσδιορίζει διαρκώς τη σχέση με τον εαυτό του και το περιβάλλον του σε γρήγορους ρυθμούς. Ως αποτέλεσμα των κοινωνικών – ψυχολογικών συγκρούσεων, το άτομο βρίσκεται σε συνεχή εγρήγορση, ώστε να μπορεί να αντιμετωπίζει και να διαχειρίζεται εποικοδομητικά τις προκλήσεις που προκύπτουν.

Ο άνθρωπος, προικισμένος από τη φύση του, κινητοποιείται προς μια θετική κατεύθυνση αξιοποιώντας τις ικανότητές του, τις δυνάμεις του και τη γνώση του, ώστε να  αντιμετωπίζει ικανοποιητικά και να διαχειρίζεται εποικοδομητικά τις προκλήσεις του περιβάλλοντός του. Υπάρχουν, όμως, και καταστάσεις που νιώθει τον εαυτό του παγιδευμένο, με αποτέλεσμα να βιώνει αρνητικά συναισθήματα, όπως φόβο, άρνηση, απόσυρση, θυμό ή θλίψη. Τα συναισθήματα, αρνητικά και θετικά, είναι απολύτως φυσιολογικές διεργασίες. Όταν, όμως, τα αρνητικά συναισθήματα γίνονται μόνιμες, παθογενείς καταστάσεις που βιώνουμε καθημερινά, τότε δυσκολεύουν την προσαρμογή μας, την ευελιξία μας και τη λειτουργικότητα μας σε προσωπικό, οικογενειακό, κοινωνικό ή επαγγελματικό επίπεδο.